«Απαγορεύσεις» και ελληνικό φιλότιμο

  • Δημοσιεύτηκε: 15 Απρίλιος 2020

    «Είναι σίγουρο πως, όταν περάσει η κρίση, θα βλέπουμε αλλιώς τους ανθρώπους που γεμίζουν τα ράφια των σουπερμάρκετ. Θα ανησυχούμε αν το παλικάρι στο μηχανάκι δεν φοράει το κράνος του. Και θα λέμε καλημέρα στις γυναίκες και στους άντρες που θα αδειάζουν τους κάδους της γειτονιάς μας. Δεν θα είναι πια αόρατοι όπως ήταν, ίσως, για κάποιους. Πολλοί έπρεπε να βάλουν την προστατευτική μάσκα για να λάμψει από πίσω της το φωτεινό τους πρόσωπο. Είναι το πρόσωπο της προκοπής και της αλληλεγγύης. Της αυριανής Ελλάδας».

    Η γλαφυρότητα και ο συναισθηματισμός που κυριάρχησαν σε πολλά σημεία του προχθεσινού διαγγέλματος του πρωθυπουργού δεν θα έλεγε κανείς ότι χαρακτηρίζουν την εν γένει δημόσια παρουσία και εικόνα του. Για έναν σκληρό εκφραστή του νεοφιλελευθερισμού, αυτές οι εκφράσεις αλλά και οι αναφορές για «συνειδητή θυσία ενός μέρους της ευημερίας μας για να προστατεύσουμε την υγεία και την κοινωνική συνοχή» αποτελούν μάλλον ύβρι προς το πρότυπο των οραματισμών και των επιδιώξεών του. Είναι φανερή η αγωνιώδης προσπάθεια του κ. Μητσοτάκη να πείσει τον κόσμο να μείνει στα σπίτια του. Και αυτό, φαινομενικά τουλάχιστον, γίνεται ενάντια σε κάθε εξιδανικευμένη στόχευση οικονομικής ανάπτυξης, ενάντια στην κυρίαρχη κυνική λογική του τύπου «οι άνθρωποι ξαναγεννιούνται, η οικονομία είναι πολύ δύσκολο να συνέλθει». Τώρα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο, αλλά ας αφήσουμε τη διερεύνηση των αιτίων για αργότερα, όταν θα δούμε τους κερδισμένους από αυτή την ιστορία.

    Θεωρώντας, λοιπόν, ως απολύτως ειλικρινές το ενδιαφέρον της κυβέρνησης για τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας, θα μπορούσε κάποιος να συγκινηθεί από την προσέγγιση διά του διαγγέλματος στο συναίσθημα και το φιλότιμο του Έλληνα. Αυτά, δηλαδή, που οδήγησαν επανειλημμένως τους Έλληνες στους δρόμους και τις πλατείες για την Μακεδονία μας, που διαμόρφωσαν συμπεριφορές που μας καθήλωσαν σε καθεστώς Μνημονίων για αδικαιολόγητα πολλά χρόνια, γίνεται τώρα προσπάθεια να τα αξιοποιήσει προς όφελός της η σημερινή κυβέρνηση.

    Είναι αλήθεια ότι αν ο Έλληνας νιώσει ότι η ηγεσία του είναι δίπλα του, συμπάσχει και του μιλά τη γλώσσα της αλήθειας, τότε θα είναι πρόθυμος να υπακούσει στις οδηγίες της, όσο οδυνηρές και αν είναι αυτές. Η ιστορική εμπειρία μας, τουλάχιστον, αυτό δείχνει. Και θα το είχε επιτύχει απόλυτα αυτό και η σημερινή κυβέρνηση, αν δεν είχε χειριστεί λανθασμένα το θέμα της λειτουργίας των ιερών ναών. Ο παραλογισμός του αποκλεισμού τεράστιων εκτάσεων (παραλίες, πλατείες, πάρκα κ.λπ.), όπου ο «συνωστισμός» των πολιτών ήταν κατ’ αναλογία πολύ πιο αραιός από τα 15 τ.μ. του σούπερ μάρκετ (και μάλιστα σε ανοιχτό χώρο), έγινε σχετικά ανεκτός από τους πολίτες. Ο αποκλεισμός, όμως, των ιερών ναών δημιούργησε μεγάλες και δικαιολογημένες αντιδράσεις.

    Αυτό που δεν έλαβε υπ’ όψη της η κυβέρνηση είναι ότι οι πιστοί, λόγω ακριβώς της πίστης και της υπακοής τους σε συγκεκριμένους κανόνες και αξίες, έχουν διαμορφώσει μια νοοτροπία που θα επέτρεπε πολύ εύκολα να γίνει διαχειρίσιμη η ομαλή προσέλευσή τους στους ναούς. Αυτό θα μπορούσε να γίνει ακόμη και τώρα. Τουλάχιστον κατά τις ημέρες της κορύφωσης του Θείου Δράματος (Μεγάλη Πέμπτη και Μεγάλη Παρασκευή), με την προσιτή πλέον σε όλους αξιοποίηση των ηλεκτρονικών μέσων, μπορεί άνετα να δρομολογηθεί η τμηματική προσέλευση στους ιερούς ναούς και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα όλων των πιστών της κάθε ενορίας, οι οποίοι θα καταλαμβάνουν συγκεκριμένες θέσεις, τηρώντας τις προβλεπόμενες αποστάσεις εντός αυτών.

    Το βράδυ της Ανάστασης, λόγω του αναπόφευκτου συνωστισμού στις αυλές των εκκλησιών, εξ ανάγκης θα έπρεπε να ισχύσει ο αποκλεισμός τους. Εξάλλου, δυστυχώς, η κατάνυξη κατά κανόνα απουσιάζει τις στιγμές εκείνες έξωθεν των ναών και για τους περισσότερους δεν γίνεται αντιληπτή η ιερότητα των στιγμών. Θα μπορούσαν, λοιπόν, αυτοί να βιώσουν το μήνυμα της Ανάστασης από τα σπίτια, τα μπαλκόνια και τις αυλές τους. Αυτά είναι απλά πράγματα, που -έστω και τώρα- θα μπορούσαν να υλοποιηθούν, ουσιαστικά βοηθώντας στην επίτευξη της ανάσχεσης της μετάδοσης του ιού, αφού η κυβέρνηση θα έχει πείσει ένα πολύ μεγάλο τμήμα των πολιτών για τις αγνές προθέσεις της.