«Πάση θυσία»: Ένα νεο-γουέστερν στην κούρσα των Όσκαρ

  • Δημοσιεύτηκε: 20 Φεβρουάριος 2017

    Με την κούρσα των Όσκαρ να αποκορυφώνεται στις 27 Φεβρουαρίου 2017, μπορούμε να πούμε ότι η πιο αγαπημένη μας ταινία από αυτές που είναι υποψήφιες είναι το «Πάση Θυσία» (Hell or High Water) του Ντέηβιντ Μακένζι. Πρόκειται για ένα νεο-γουέστερν γυρισμένο στο Δυτικό Τέξας που είναι υποψήφιο για 4 Όσκαρ: Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερου Ηθοποιού Β’ Ρόλου (Τζεφ Μπριτζες), Καλύτερου Σεναρίου (Ταίηλορ Σέρινταν) και Καλύτερου Μοντάζ (Τζέηκ Ρόμπερτς).

    Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Καννών στο τμήμα «Μια Κάποια Ματιά» και εμείς την λατρέψαμε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Σε αυτήν δύο αδέλφια, ο Τόμπυ (Κρις Πέην) και ο Τάννερ Χάουαρντ (Μπέν Φόστερ), ληστεύουν τα υποκαταστήματα μιας συγκεκριμένης τράπεζας (Texas Midlands Bank) σε μικρές πόλεις του Τέξας φορώντας μάσκες του σκι. Οι ληστείες γίνονται νωρίς το πρωί πριν έρθουν οι πελάτες και τα νομίσματα δεν είναι σημαδεμένα. Τα λεφτά δεν είναι πολλά, αλλά σίγουρα. Το δε αυτοκίνητο της ληστείας θάβεται πάντα κάτω από όγκους χώμα, έξω από την εκάστοτε πόλη. Όμως η απληστία του δεύτερου βάζει σε κίνδυνο το όλο σχέδιο, ενώ στα ίχνη τους πλέον βρίσκεται ο σερίφης των Texas Rangers Μάρκους Ρόμπινσον (Τζεφ Μπρίτζες), έτοιμος για συνταξιοδότηση, και ο ινδιάνικης / μεξικάνικης καταγωγής βοηθός του, Αλμπέρτο Πάρκερ (Γκίλ Μπέρμινγκχαμ).

    Σύντομα καταλαβαίνουμε ότι τα δύο αδέλφια προσπαθούν να σώσουν το οικογενειακό αγρόκτημα, που η συγκεκριμένη τράπεζα θέλει να κατασχέσει. Ο μεγαλύτερος αδελφός μόλις έχει βγει από την φυλακή και είναι εκείνος που απολαμβάνει τις ληστείες περισσότερο. Είναι όμως ο πιο διστακτικός για το έγκλημα και χωρισμένος πατέρας Τόμπυ, ο εγκέφαλος των ληστειών, μιας και τέτοιες δουλειές θέλουν γαλήνιο μυαλό και ο ενστικτώδης Τάμπερ είναι αυτοκαταστροφικός. Έχει δε την άποψη «εχθρός με όλους» σαν παλιός Ινδιάνος Κομάντσι, από αυτούς που έχουν το καζίνο στο οποίο μετατρέπουν σε μάρκες τα λεφτά των ληστειών. Ανακαλύπτουμε λοιπόν ότι οι ληστείες σχεδιάζονται από τον Τόμπυ για να αλλάξει μια για πάντα το μέλλον της οικογένειας, που πάντα ήταν φτωχοί αλλά ταυτόχρονα έχει το σχέδιο του για να μην μπορεί η τράπεζα να το αγγίξει. Έτσι οι δύο αδελφοί προσπαθούν να κάνουν το καλό, διαπράττοντας το κακό.

    Από την άλλη η ηθική του Ρόμπινσον είναι η κλασική ηθική που περιμένουμε από ένα σωστό εκπρόσωπο του Νόμου. Είναι ίσως ο μόνος που καταλαβαίνει το σκεπτικό των ληστών. Έτσι βλέπουμε αυτόν και τον βοηθό του να περιμένουν απέναντι από την τράπεζα να φανούν τα δύο αδέλφια. Κατά την διάρκεια της ταινίας τον βλέπουμε να εκσφενδονίζει μη-πολιτικά ορθές ατάκες στον βοηθό του. Όμως όλο αυτό είναι μέσα στα πλαίσια μιας δοκιμασμένης φιλίας, που δεν ξέρει τι θα γίνει από την στιγμή που ο Μάρκους βγει στην σύνταξη.

    Παρόλη όμως την εμπειρία του, κάτι ξεφεύγει στον σερίφη, και δεν μπορεί να καταλάβει το τι γίνεται μέχρι την στιγμή του τέλους που είναι μια σκηνή μεταμέλειας του νεαρότερου αδελφού. Έτσι ο ρόλος του Τζεφ Μπρίτζες θυμίζει σε πολλά τον σερίφη από το «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους» που υποδυόταν ο Τόμμυ Λη Τζόουνς. Οι ομοιότητες δεν σταματούν εδώ, μιας και οι χαρακτήρες, αλλά και το ίδιο το Δυτικό Τέξας, ο αληθινός πρωταγωνιστής της ταινίας, θυμίζουν την λογοτεχνία του παραδοσιοκράτη Κόρμακ Μακάρθυ, στην οποία βασίστηκε η οσκαρική ταινία των Κοέν.

    Έτσι έχουμε δύο ζευγάρια με διαφορετική ηθική και που ανήκουν σε διαφορετική πλευρά του νόμου. Όμως ο Μακ Κέντζι μας αφήνει να καταλάβουμε ότι σε μια Αμερική που κυβερνούν οι μεγάλες εταιρείες, οι πραγματικοί κακοί είναι οι τράπεζες. Όπως λέει και ο Ινδιάνος βοηθός σερίφη «Οι παππούδες αυτών (των κατοίκων του Τέξας) έκλεψαν την γη των προγόνων μου και τώρα τους την κλέβουν οι τράπεζες». Αυτό βέβαια θυμίζει αμυδρά τις ταινίες του Πέκινπα (με τις εταιρείες σιδηροδρόμων να είναι οι κακοί στην «Μεγάλη Μονομαχία»). Αυτή η λεπτομέρεια ανατρέπει την άποψη μας περί ηθικής, όπως το κάνει και το γεμάτο μεταμέλεια τέλος.

    Ο Βρετανός Ντέηβιντ Μακέντζι στην πρώτη αμερικάνικη ταινία δημιουργεί μια ανεξάρτητη παραγωγή που στην ουσία είναι ένα κλασσικό γουέστερν γυρισμένο εν έτει 2016. Σε αυτό έχει για σύμμαχο το εκπληκτικό σενάριο του Ταίηλορ Σέρινταν που αναδεικνύει την σκληράδα, αλλά και την υπνηλία των μικρών πόλεων του Δυτικού Τέξας. Ο Κρις Πάιν με την ομορφιά του θα κλέψει πολλές καρδιές και είναι εκπληκτικός στο να δείχνει την αμφιταλάντευση του ανάμεσα στο καλό και το κακό. Ο Μπεν Φόστερ αναδεικνύει την επικίνδυνη τρέλα του χαρακτήρα του και έχει αυτό το κλασσικό μουστάκι που έχουν οι μηχανόβιοι των λαϊκών τάξεων. Η καλύτερη του στιγμή είναι στην αρχή που δείχνει την απέχθεια για τους γονείς του.

    Όμως ο Τζεφ Μπρίτζες είναι κοινώς «όλα τα λεφτά». Δίνει στον ρόλο του την αίσθηση του παλιού σερίφη της Άγριας Δύσεως που κόντρα στους καιρούς διατηρεί την ηθική του. Μιλάει με μια βαριά και υγρή και έχεις την αίσθηση ότι συνέχεια μασάει φύλλα καπνού, ενώ κάπου θυμίζει τον Κρις Κριστόφερσον. Είναι χαρά μας να βλέπουμε έναν από τους πιο αγαπημένους μας ηθοποιούς να λάμπει σε ανεξάρτητες παραγωγές και να είναι υποψήφιος για Όσκαρ.

    Γενικά ένα σύγχρονο γουέστερν και μία από τις κορυφαίες ταινίες της χρονιάς που πολύ θα θέλαμε να κερδίσει αυτή το Όσκαρ καλύτερης ταινίας.

    Κατηγορία: