Εθνικό ιδανικό και επική ζωή

  • Δημοσιεύτηκε: 09 Απρίλιος 2017

    «Μου είναι αδιάφορο αν οι Έλληνες θα ξανακάμουν μίαν ανατολική αυτοκρατορία ή θα ενώσουν την φυλή τους όλη σ’ ένα ελλαδικό μεγάλο κράτος, φτάνει να κουνηθούν εθνικά, να μπουν στα αίματα, να αγωνίζονται, να πολεμούν, να θεριεύουν. Μα να αγωνίζονται και να πολεμούν όχι αναμεταξύ τους, παρά με τα άλλα έθνη. Γι’ αυτό θέλω εθνικό ιδανικό και όχι άλλο. Εμφύλιοι σπαραγμοί και εθνικές αιμορραγίες δε μας χρειάζονται. Σιχαίνομαι τη λιμνοθάλασσα που ζούμε μέσα της για την ώρα. Χωρίς τους μακεδονικούς αγώνες η ζωή του Ελληνικού έθνους θα ήταν ανυπόφορα πεζή αυτά τα χρόνια, ενώ έτσι είναι κάπως επική.

    Τα παράξενα και τα μεγάλα και τα παράλογα φαντάζουν στα μάτια των λαών.

    Μην ξεχνάς όμως ότι πρέπει να λογαριάζεις και την πεζότητα των πολιτικών και των εφημεριδογράφων της Ελλάδας, που αν τους πεις τίποτα μεγάλο θα σε πάρουν, τα σκουλήκια αυτά, για τρελό. Και είναι ανάγκη και αυτούς να τους έχεις με το μέρος σου».

    Ίωνος Δραγούμη, «Όσοι ζωντανοί», εκδόσεις «Νέα Θέσις», σελ. 79

    Ο Ίων Δραγούμης (1878-1920) ήταν διπλωμάτης, πολιτικός, στοχαστής και λογοτέχνης. Με την δράση και τις σκέψεις του εν πολλοίς καθόρισε τον δρόμο που ακολούθησε η εθνική διανόηση τον 20ό αιώνα, και το φως της πνευματικής διαύγειάς του δεν έχει σβήσει ακόμα. Δολοφονήθηκε τον Ιούλιο του 1920 από βενιζελικούς παρακρατικούς, από τα μισθωμένα πιστόλια του μικρόψυχου ξενόδουλου τυράννου που έριξε το έθνος στα βράχια της Μικρασιατικής Καταστροφής.

    Στο «Όσοι ζωντανοί» ο Δραγούμης, με γραφή που ακροβατεί στην αχνή γραμμή που διακρίνει το μυθιστόρημα και το φιλοσοφικό μανιφέστο, προτείνει δρόμο για να διαβούν οι Έλληνες. Το δραγουμικό μονοπάτι δεν έχει αυστηρά και αμετάκλητα περιγραφεί από τον ήρωα του ελληνικού εθνικισμού. Έχει διακλαδώσεις, παρακαμπτήριες και απρόσμενες συντομεύσεις για να φτάσει όποιος το ακολουθεί στον προορισμό.

    Ο Δραγούμης στο «Όσοι ζωντανοί» δείχνει πιο πολύ προς τη σταθερή, σχετικά βραδεία και ανεπαίσθητη οικειοποίηση της δύναμης και των μεγεθών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τους Έλληνες, οι οποίοι θα μπορούσαν να διεισδύσουν «απαρατήρητοι» εντός των δομών της και κάποια ημέρα να γραπώσουν για τα καλά το πηδάλιό της, μη αφήνοντας ποτέ άλλος να το αδράξει. Αυτό όχι μόνο δεν έγινε, αλλά η Ιστορία απέδειξε - με τον πιο οδυνηρό τρόπο για το έθνος μας - ότι οι Τούρκοι πολλά κακά είναι και έχουν, αλλά δεν πιάνονται κορόιδα.

    Σε αυτό το κομβικής σημασίας για τον νεότερο Ελληνισμό έργο, ο Δραγούμης δεν κακολογεί, δεν απορρίπτει ούτε την άλλη λύση: Να δημιουργηθεί ένα εθνικά ομοιογενές κράτος, που θα προσπαθήσει να απλωθεί μέχρι να χωρέσει εντός του τα όνειρα της φυλής μας.

    Αυτό που δεν ήθελε να βλέπει και να νιώθει να γίνεται ο ρομαντικός και τόσο ρεαλιστής Ίων, πέρα από τις άσκοπες ενδοελληνικές σφαγές και τους εμφυλίους, ήταν μόνο ένα: το τίποτα. Αυτό απειλεί τους Έλληνες. Η βύθιση στο μηδέν, στην απραξία, η εξοικείωση με την ασημαντότητα, ο καθαγιασμός της αδράνειας και αντιστοίχως η δαιμονοποίηση της δράσης. Δεν τον άντεχε τον άτονο, άτσαλο ρυθμό του δειλού και παραδομένου τρόπου ζωής ο Δραγούμης, τον ταύτιζε με τον θάνατο - και είχε δίκιο.

    Στο «Όσοι ζωντανοί» ο νοερός φίλος του πρωταγωνιστή τού λέει ότι για την ευόδωση ενός μεγάλου εθνικού σχεδίου χρειάζεται και η συστράτευση των ... σκουληκιών: πολιτικοί και δημοσιογράφοι που θεωρούν τρελό οποιονδήποτε τους μιλήσει για κάτι το μεγάλο.

    Ο Δραγούμης και σε αυτό το αμείλικτο ερώτημα είχε απάντηση εύλογη και στιβαρή: «Έννοια σου, θα τους παρασύρουμε κι αυτούς και όλους, φτάνει να θέλουμε και να εξακολουθήσουμε κάμποσο καιρό να θέλουμε κατά την ίδια διεύθυνση και να μην κουραζόμαστε και να μην αλλάζουμε δρόμο. Όταν τεθεί ένα πρόγραμμα πολιτικό και αποφασιστεί από λίγους ανθρώπους δυνατότερους από τους άλλους Ρωμιούς πολιτικούς, όταν αυτοί οι πιο δυνατοί μπλέξουν τους άλλους σε ενέργειες σχετικές με το πρόγραμμά τους και τέτοιες που να μην μπορούν πια οι Ρωμιοί να ξεμπλέξουν, τότε θα έχει τελειωτικά χαραχτεί το ρωμέικο πρόγραμμα».

    Έτσι θα μπορούσαν οι Έλληνες «να κουνηθούν εθνικά, να μπουν στα αίματα, να αγωνίζονται, να πολεμούν, να θεριεύουν». Γι’ αυτό χρειάζονταν και χρειάζονται όσοι ζωντανοί. Ο Δραγούμης περιλαμβάνεται στους ζώντες γιατί ακόμα συμμετέχει, με το έργο του, σχεδόν σε όλες τις σοβαρές συζητήσεις για το ελληνικό μέλλον.