του Γιώργου Αναγνώστου
Ακούγοντας πρόσφατα στην τηλεόραση τον πρωθυπουργό να προσπαθεί να πείσει ότι το ΠΑΣΟΚ ανήκει στον χώρο της «Αριστεράς», ενώ η ΝΔ σε αυτόν της «επάρατης Δεξιάς», διερωτώμαι αν σέβεται καθόλου το ακροατήριό του. Είναι δυνατόν να εξαπολύει μύδρους, κουνώντας άχαρα σαν ρομπότ τα χεράκια του, σε μία άγαρμπη προσπάθεια να μιμηθεί τις κινήσεις του Α. Παπανδρέου, κατά μίας «Δεξιάς» ανύπαρκτης πια, τουλάχιστον όπως θέλει να την παρουσιάσει, ενώ αντιθέτως εκείνος έχει εγκαταλείψει τα σοσιαλιστικά πρότυπα εδώ και επτά χρόνια, αν ποτέ μπορούμε να πούμε ότι υπήρξαν τέτοια πρότυπα στην μετά το 1981 διακυβέρνηση της χώρας;
Στρέφεται εναγωνίως στο παρελθόν γυρεύοντας ερείσματα, προφανώς διότι δεν μπορεί να τα βρει στο παρόν. Δίνει έμφαση στην Ευρωπαϊκή Προεδρία, στην ΕΕ γενικώς, καθώς και στην ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, ελπίζοντας ότι εκεί, στην «Ευρώπη», θα βρει λιμάνι καταφυγής από την τελευταίως επικίνδυνα κλιμακούμενη τουρκική απειλή (πήγαν χαμένα τα τόσα ζεϊμπέκικα του Γιωργάκη, δεν συγκίνησαν τους Τούρκους στρατηγούς), «ξεχνώντας» όμως ότι και αυτός κάποτε μαζί με τον τότε αρχηγό και τα υπόλοιπα στελέχη του κόμματος του οποίου σήμερα προεδρεύει, φώναζε «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο».
Τι είναι σήμερα «Δεξιά», «Κέντρο», ή «Αριστερά» σε σχέση με την τοποθέτηση των δύο κομμάτων εξουσίας; Λέξεις κούφιες, κενές περιεχομένου. Καλώς ή κακώς, στην χώρα μας έχει συμβεί αυτό που συμβαίνει σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Τα δύο μεγάλα κόμματα μόνο κατ’ όνομα διαφέρουν και όχι ιδεολογικά, πάντα βεβαίως συναγωνιζόμενα να πείσουν τον ψηφοφόρο ότι το καθένα απ’ αυτά είναι το κόμμα «του λαού», ότι το καθένα απ’ αυτά «έχει την λύση», ενώ το καθένα απ’ αυτά ενδιαφέρεται για ένα και μόνο πράγμα: Την εξουσία και τίποτε άλλο.
Είναι τουλάχιστον απαξιωτικό για τον ακροατή να ακούει τον κ. Σημίτη και τους συνεργάτες του να εξορκίζουν την «επάρατο» και να διατείνονται ότι το κόμμα τους είναι σοσιαλιστικό, όταν το 25% του πληθυσμού της Ελλάδος ζει κάτω από το όριο της φτώχειας και ένα πολύ μεγάλο ποσοστό κοντά σ’ αυτό, ενώ αντιθέτως υπάρχει μικρή μερίδα Ελλήνων, οι οποίοι όχι μόνο διάγουν ζωή μεγιστάνων, αλλά και το επιδεικνύουν σκανδαλωδώς. Δεν περνά βραδιά που να μην μιλούν τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ για την ακρίβεια της αγοράς, για την ανεργία, για τα «λουκέτα» που μπαίνουν με επικίνδυνα αυξανόμενο ρυθμό και για τις ανεπαρκείς μηνιαίες συντάξεις των 100 - 150.000 δρχ., με τις οποίες καλείται ο κάτοικος του «σοσιαλιστικού» κράτους να τα βγάλει πέρα. Έτσι αντιλαμβάνεται τον σοσιαλισμό ο κ. Σημίτης;
Θα ήταν εντιμότερο να παραδεχτεί ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα στο κράτος του οποίου τα ηνία κρατά επί επτά συναπτά έτη και φιλοδοξεί να τα κρατήσει για τουλάχιστον άλλα τέσσερα ακόμη, αντί να κυνηγά κυριολεκτικώς φαντάσματα από την εποχή του Εμφυλίου, με σκοπό να μας δείξει-υπενθυμίσει τι είναι οι «άλλοι» και να μας κάνει έτσι να ξεχάσουμε (αν είναι δυνατόν) τι είναι αυτός. Τόσο χαμηλής νοημοσύνης θεωρεί τον Ελληνικό λαό ο πρωθυπουργός και το περιβάλλον του; Με αναφορές στον Εμφύλιο θα δώσει λύσεις στα τρέχοντα προβλήματά του που έχουν πάρει πια μορφή χιονοστιβάδας;
Αλλά και αντιδημοκρατικός είναι ο εμπαιγμός τούτος του πολίτη, που δικαίως αναρωτάται αν οι θεσμοί στην χώρα λειτουργούν, όταν το Κοινοβούλιο αρνείται την μία μετά την άλλη πρόταση για συγκρότηση Εξεταστικής Επιτροπής για την διερεύνηση εισαγγελικών καταγγελιών για σκάνδάλα, όπως αυτά του ΧΑΑ και των παρανόμων Ελληνοποιήσεων. Εφ’ όσον η κυβέρνηση δεν έχει τίποτε να φοβηθεί, γιατί αρνείται τον δημοκρατικό διάλογο, δίνοντας έτσι την εντύπωση για το ακριβώς αντίθετο;
Όχι, ούτε πείθουν, ούτε χρειάζονται οι αναφορές στην «Δεξιά» και την δήθεν σοσιαλιστική «Αριστερά». Περιττές είναι ακόμα και αστείες οι προσφωνήσεις των οπαδών του κυβερνώντος κόμματός ως «συντρόφων», εκτός και αν ο κ. πρωθυπουργός χρησιμοποιεί την λέξη με την κυριολεκτική της σημασία (συν+τροφή, σύντροφος, αυτός με τον οποίο τρώει κανείς μαζί). Όλα αυτά δείχνουν έλλειψη επιχειρημάτων, αδυναμία να πείσει ότι πράγματι «έχει την λύση», διότι αν την είχε, θα την είχε εφαρμόσει εδώ και μία επταετία. Δείχνουν όλα αυτά έλλειψη πρωτοτυπίας και φαντασίας και το μόνο που κάνουν είναι να κουράζουν με την στείρα επανάληψή τους. Ο τόπος έχει ανάγκη από πραγματικές λύσεις στα χρονίζοντα και επιδεινούμενα προβλήματά του και όχι από μαθήματα Ιστορίας. Ο τόπος έχει ανάγκη από την εθνική Αντιπολίτευση, έχει ανάγκη το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ.
Υστερόγραφο: Μάλλον έχει κουράσει και η πιπίλα της Ολυμπιάδας. Τούτο το έργο πρέπει να γίνει «λόγω Ολυμπιάδας». Το άλλο πρέπει να φτιαχτεί, διότι μας έρχεται η «Ολυμπιάδα». Δηλαδή αν δεν ήταν η περίφημη «Ολυμπιάδα», δεν θα είχαμε ούτε μετρό, ούτε αεροδρόμιο «Ελ. Βενιζέλος» (με την ξενόγλωσση οδική ένδειξη "EL. VENIZELOS" που μάλλον προξενεί στον ξένο την εντύπωση ότι βρίσκεται σε ισπανόφωνη χώρα παρά στην Ελλάδα), ούτε ανισόπεδους κόμβους, ούτε τίποτα από όλα αυτά;