H Καμεράτα ερμηνεύει τα νεομεσαιωνικά «Κάρμινα Μπουράνα» στο Ηρώδειο

  • Δημοσιεύτηκε: 09 Ιούνιος 2016
    Ο Καρλ Ορφ διευθύνοντας τα «Κάρμινα Μπουράνα».
    Κάρμινα Μπουράνα: Ο Τροχός της Τύχης.
    Η πρεμιέρα της Κάρμινα Μπουράνα στις 6 Ιουνίου 1937.
    Ο μαέστρος Γιώργος Πέτρου και η σοπράνο Χριστίνα Πουλίτση.

    «O Fortuna!» Δεν υπάρχει πιο δημοφιλές χορωδιακό κομμάτι από την αρχή των «Κάρμινα Μπουράνα» του Καρλ Ορφ, που ερμηνεύεται κάθε μέρα κάπου σε όλο τον κόσμο και ακούγεται σε τηλεοπτικές διαφημίσεις η σε ταινίες, όπως το «Εξκάλιμπερ» του Τζων Μπούρμαν. Τέτοια είναι η δύναμη της μουσικής στο να συνεπαίρνει τα πλήθη, που κυβερνήσεις, από το Τρίτο Ράιχ στο ΠΑΣΟΚ, το έχουν χρησιμοποιήσει στις πολιτικές τους συγκεντρώσεις. Με αφορμή την συναυλία της Καμεράτα στις 18 Ιουνίου στο Ηρώδειο με την Καμεράτα σε μουσική διεύθυνση Γιώργου Πέτρου, αξίζει να δούμε ποια είναι η ιστορία του διάσημου έργου και την σημασία του για τους εθνικιστές.

    Γεννημένος στις 10 Ιουλίου 1895 στο Μόναχο, ο Καρλ Ορφ υπήρξε γόνος οικογένειας που από παράδοση ήταν στρατιωτικοί. Αν και είναι γνωστός για τα «Κάρμινα Μπουράνα», ο Ορφ έγραφε μουσική από 16 ετών και ήταν επηρεασμένος από τον Στράους και τον Ντεμπυσύ. Ήταν όμως ο Στραβίνσκυ των «Γάμων» με τον δυνατό ρυθμό των κρουστών που επηρέασε τον Ορφ και τον βοήθησε να βρει την μουσική του γλώσσα.

     

    Από την μουσικοκινητική μέθοδο στα «Κάρμινα Μπουράνα»

    Το 1924, ο Καρλ Ορφ άρχισε να δουλεύει την θεωρία του για μια ενότητα των τεχνών (μουσική, χορός, ποίηση, σχέδιο και θεατρική χειρονομία) που θα ονομαζόταν «Schulwerk» ή μουσική για παιδιά. Μια θεωρία όπου με βάση μια στοιχειώδη ενορχήστρωση βασισμένα στα κρουστά και με αρκετό αυτοσχεδιασμό, οι νεαροί μαθητές μάθαιναν όλες τις μεθόδους μάθησης και όλα τα είδη μουσικής.

    Όταν οι εθνικοσοσιαλιστές ανέβηκαν στην εξουσία, ο Ορφ προσάρμοσε την μουσικοκινητική του μέθοδο στην εθνικιστική αισθητική της εποχής. Έτσι αφαίρεσε τα τζαζ και ατονικά στοιχεία και πρόσθεσε δημοτική μουσική. Αυτό έγινε σε συνεργασία με τον εκδότη του Βίλυ Στρέκερ και τον φίλο του μουσικολόγο Τουίτενχοφ που είχε επαφές με το καθεστώς Το καθεστώς, και ειδικά η νεολαία, δεν αποδέχθηκε επίσημα την μουσικοκινητική αγωγή του Ορφ ως πολύ πολύπλοκη. Όμως ενδιαφέρθηκαν για ένα έργο που έγραφε εκείνη την περίοδο: Τα «Κάρμινα Μπουράνα».

     

    Τα «Κάρμινα Μπουράνα» και η εθνικιστική αισθητική

    Τα «Κάρμινα Μπουράνα», που η ονομασία τους σημαίνει «τραγούδια των Βενεδικτίνων», ανακαλύφθηκαν στο Αβαείο του Μπέουερν στις Βαυαρικές Άλπεις. Στην πλειοψηφία τους τα 1000 ποιήματα και τραγούδια, που τα αποτελούσαν ήταν γραμμένα σε μία μείξη λατινικών, γαλλικών και γερμανικών με την δημώδη ποίηση της εποχής και ήταν ανώνυμα. Όμως αυτά που ήταν στην λατινική γλώσσα ήταν γραμμένα από τον Πέτρο του Μπλουά, τον Φίλιππο τον Συγκελάριο και Ούγκο Πρίμας.

    Η συλλογή του χειρόγραφου έγινε Νότιο Τυρόλο, σημείο όπου συναντιούνται ιταλικές και γερμανικές επιρροές. Τα ποιήματα μπορούν να χωρισθούν σε ηθικά, σατιρικά, ερωτικά, της ταβέρνας (του κρασιού και της χαρτοπαιξίας), δύο θρησκευτικά δράματα και υλικό από τα «Φραγκμέντα Μπουράνα», που προστέθηκαν αργότερα. Τα θέματα των ποιημάτων ήταν η ανθρώπινη διαφθορά, η πολιτική του κλήρου, την απώλεια της τύχης, συμβουλές για ιερείς και επισκόπους, και ακόμα επίκληση για μια Σταυροφορία. Ακόμα αναφέρονται στην διαφθορά και την κατάχρηση εξουσίας του κλήρου και την αναζήτηση των γήινων απολαύσεων. Πολλοί ισχυρίζονται ότι τα «Κάρμινα Μπουράνα» είναι επιφανειακά χριστιανικά, αλλά στην ουσία παγανιστικά.

    Το πιο διάσημο από αυτά ήταν το «O Fortuna!» αφιερωμένο στην Θεά Τύχη των αρχαίων Ρωμαίων:

    «Ω Τύχη,
    Σαν το φεγγάρι
    Αλλάζεις διαρκώς,
    Πάντα γιομίζεις
    Και πάντα μικραίνεις
    Η επαχθής ζωή
    Πρώτα καταπιέζει
    Και μετά απαλύνει
    Κατά τα γούστα της
    Την φτώχεια
    Και την εξουσία
    Τις λιώνει σαν πάγο
    Ω Τύχη! Τερατώδης
    Και κενή
    Ω εσύ σφαίρα που γυρίζεις!
    Στέκεσαι κακόβουλη
    Η ευδαιμονία είναι μάταιη
    Και πάντα εκμηδενίζεται
    Μυστηριώδης
    Και με καλυμμένο το πρόσωπο
    Με μαστίζεις και εμένα!
    Τώρα με κόλπο
    Φέρνω την γυμνή μου πλάτη
    Στην δικιά σου κακία».

    Ο Ορφ διάλεξε 25 από αυτά και αποφάσισε να συνεργασθεί με τον Τουίντενχοφ, ο οποίος είχε ξεκάθαρη ιδέα, πως η μουσική μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τους εθνικιστές για να δημιουργήσει μια αίσθηση κοινότητας. Ένας από τους τρόπους που επιτυγχανόταν αυτή ήταν η έμφαση στην μελωδία και η συχνή επανάληψη αυτής της μελωδίας. Κάτι που ισχύει ειδικά στο «O Fortuna!», όπου η βασική μελωδία επαναλαμβάνεται και από τα τέσσερα χορωδιακά μέλη (σοπράνο, άλτο, τενόρο και μπάσο). Τέλος θα έπρεπε οι ακροατές να καταλαβαίνουν με το πνεύμα και όχι με την λογική. Αυτό ενισχυόταν από την γρήγορη εναλλαγή ρυθμού.

    Όσο αφορά την αίσθηση ιστορικής μνήμης και εθνικής περηφάνιας, τα «Κάρμινα Μπουράνα» συνδεόταν με τον γερμανικό λαό γιατί ως χειρόγραφα είχαν γραφεί και συλλεχθεί μέσα στα εδάφη της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ή αυτό που αποκαλείτο Πρώτο Ράιχ. Τα «Κάρμινα Μπουράνα» απεδείκνυαν ότι οι Γερμανοί ως κάτοικοι του Πρώτου Ράιχ ήταν μορφωμένοι και δημιουργικοί. Έτσι με μια παράσταση του έργου του Ορφ, αποδεικνυόταν ότι οι Γερμανοί διατηρούσαν τα ταλέντα των αρχαίων τους προγόνων.

     

    Μια αμφιλεγόμενη πρεμιέρα

    Για τα «Κάρμινα Μπουράνα», ο Ορφ ήταν επηρεασμένη από την μεσαιωνική μουσική, τις όπερες του Μοντεβέρντι και έργα του Στραβίνσκυ όπως οι «Γάμοι» και «Οιδίπους Τύραννος» με επιρροές από την ρωσική παράδοση και έμφαση στα βροντερό. Το έργο έκανε την πρεμιέρα του στις 6 Ιουνίου 1937. Όμως ήταν μια αμφιλεγόμενη πρεμιέρα. Εκείνο που σόκαρε πολλούς ήταν ο ερωτικός τόνος των ποιημάτων. Πολλοί στίχοι θεωρούντο «πολύ σεξουαλικοί, σχεδόν πορνογραφικοί». Όταν οι υπεύθυνοι ήταν να δώσουν στις κοπέλες της νεολαίας τους στίχους μεταφρασμένους στα γερμανικά, προβληματιζόταν αν θα έπρεπε να το κάνουν. Ακόμα και σήμερα υπάρχει αυτή η άποψη.

    Προσωπικά πιστεύουμε ότι δίνεται ακριβώς ο ηδονιστικός τόνος στα τραγούδια για να αναιρεθεί στην συνέχεια. Ακόμα και το ότι αρχίζουν και τελειώνουν με το πεσιμιστικό O Fortuna αποδεικνύει ότι οι ηδονές θεωρούνται μάταιες. Από την άλλη μπορεί να πει κανείς ότι είναι ένας ύμνος στο αιώνιο ανεξέλεγκτο πνεύμα της ζωής. Από αυτήν την άποψη είναι ένα βιταλιστικό έργο, κάτι που ταίριαζε στον εθνικισμό του μεσοπολέμου.

    Δεύτερον, το έργο δεν ανήκε ούτε στην κλασσική, ούτε στην ρομαντική μουσική, που προτιμούσαν οι γερμανοί εθνικιστές. Αντίθετα ήταν μεν επηρεασμένο από την μεσαιωνική μουσική, ιδίως τις όπερες του Μοντεβέρντι, αλλά με επιρροές από την μοντέρνα μουσική του Στραβίνσκυ, που τότε θεωρείτο (λανθασμένα) «παρακμιακή». Ο δε απαισιόδοξος τόνος του «O Fortuna!», δεν ταίριαζε με την άποψη περί τόνωσης του αισθήματος εθνικής περηφάνιας. Όμως σύντομα αγκαλιάσθηκε από το καθεστώς και τόση ήταν η δημοτικότητα του έργου που ο Ορφ έγραφε στην εταιρεία που είχε τα δικαιώματα του: «Ότι έχω γράψει μέχρι τώρα, και εσύ είχες της δυστυχία να εκδώσεις, μπορεί να καταστραφεί. Το έργο μου ξεκινά με τα Carmina Burana».

    Αυτό που παραμένει σήμερα είναι ένα αριστουργηματικό κράμα μεσαιωνικής και σύγχρονης μουσικής, που η δύναμη στα κρουστά θυμίζει ροκ μουσική η μουσική εμβατηρίων. Ενώ μας υπενθυμίζει πόσο μπροστά από την εποχή της μπορεί να είναι η εθνικιστική μουσική. Όπως έχει γράψει και η μαέστρος Μάριν Άσλοπ ανάμεσα στις δύο εκτελέσεις του «O Fortuna!» στην αρχή και το τέλος του έργου «υπάρχει μουσική μεγάλης ποικιλίας σε στυλ με ένα υπνωτικό στοιχείο επανάληψης, μια έντονη αγνότητα της φωνής της σοπράνο και της παιδικής χορωδίας, μια βραχνότητα στα κομμάτια που ερμηνεύονται από τενόρους και την ανδρική χορωδία και ένα χιούμορ που υπογραμμίζει την ασελγή φύση των στίχων (που ακούγονται τόσο σοφά στα Λατινικά), που όλα αυτά συνδυάζονται για να δημιουργήσουν μια αίσθηση αμεσότητας και βατότητας στον ακροατή, που δεν υπάρχουν σε πολλά έργα της κλασσικής μουσικής».

    Η Καμεράτα-Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής υπό τη διεύθυνση του πολυβραβευμένου αρχιμουσικού Γιώργου Πέτρου παρουσιάζει για πρώτη φορά το νεομεσαιωνικό αριστούργημα του Κάρλ Όρφ στις 18 Ιουνίου στο Ηρώδειο, πλαισιωμένη από τρεις σπουδαίους Έλληνες σολίστ: την σοπράνο Χριστίνα Πουλίτση, τον βαρύτονο Χάρη Ανδριανό και τον τενόρο Αντώνη Κορωναίο.

    Κατηγορία: