«Το Νησί»: ένα Ορθόδοξο αριστούργημα στα αζήτητα

  • Δημοσιεύτηκε: 18 Ιούνιος 2008

    Μια ρώσικη ταινία κυκλοφορεί τον τελευταίο χρόνο από χέρι σε χέρι στους εκκλησιαστικούς κύκλους και προβάλλεται σε πολλές ενορίες. Πρόκειται για το πολυβραβευμένο «Το Νησί» (Ostrov) του Πάβελ Λουνγκίν, την μοναδική ταινία που καταγράφει στο σελιλόϊντ την Ορθόδοξη πνευματικότητα, άλλα που οι Έλληνες διανομείς απαξίωσαν να το διανείμουν. Και αυτό παρόλο που προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 2006.

    Γραμμένο από τον Ντμίτρι Σομπόλεβ, έναν θρησκευόμενο μαθητή σχολής κινηματογράφου, «Το Νησί» είναι μια παραβολή για την αμαρτία, την Πίστη και την λύτρωση στην ζωή ενός μοναχού που ζει στην Λευκή Θάλασσα. Η ταινία ξεκινά στην διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι Ναζί συλλαμβάνουν τον Ανατόλι, ναύτη ενός ρυμουλκού μέσα σε μια μαούνα που μεταφέρει κάρβουνο. Υπό την απειλή του όπλου ο δειλός Ανατόλι θα αναγκαστεί πρώτα να προδώσει την κρυψώνα του καπετάνιου του και μετά να τον σκοτώσει με αντάλλαγμα την ζωή του. Τότε οι Γερμανοί θα ανατινάξουν το πλοίο και ο Ανατόλι θα λιποθυμήσει από τον φόβο του. Την άλλη μέρα θα τον βρουν μοναχοί από ένα κοντινό μοναστήρι και θα γίνει ο θερμαστής του μοναστηριού.

    Μετά η δράση μεταφέρεται στο 1976. Τώρα ο Ανατόλι είναι μοναχός, η καλύτερα ένας στάρετς. Οι απλοί άνθρωποι τον θεωρούν άγιο (ιδιότητα που ο ίδιος αρνείται) και έρχονται να του ζητήσουν την συμβουλή του για πνευματικά θέματα. Μια νεαρή ανύπαντρη κοπέλα (Γιάνα Εσίποβιτς) έρχεται να του ζητήσει συμβουλή για μία έκτρωση. Εκείνος πριν καν του πει τίποτα της φωνάζει και της λέει να μην σκεφτεί καν να διαπράξει τέτοιο φόνο. Μια χήρα ( Νίνα Ουσάτοβα) έρχεται να τον ρωτήσει για τον άνδρα της που χάθηκε πριν τριάντα χρόνια στον πόλεμο. Πιο σημαντική είναι η σκηνή του θαύματος όπου μια μητέρα φέρνει τον παράλυτο γιο της και εκείνος με την προσευχή και την Θεία Χάρι τον θεραπεύει. Ενώ θα μαλώσει την μητέρα όταν θα προτιμήσει να γυρίσει τρομοκρατημένη στην δουλειά, αντί να κάτσει στο μοναστήρι για να γίνει τελείως καλά ο γιός της.

    Παρ' όλη την αγιότητα του, ο Ανατόλι νοιώθει συντετριμμένος από την αμαρτία του φόνου που διέπραξε στην διάρκεια του πολέμου. Γι' αυτό και σε όλη την διάρκεια του έργου ψέλνει την Νοερά Προσευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον εμέ, τον αμαρτωλό». Ενώ δηλώνει στον Πατέρα Φιλάρετο (Βίκτορ Σουκορούκωφ), ηγούμενο της μονής: «Οι αρετές μου; Οι αρετές μου βρωμάνε».

    Σε αυτήν την προσωπική συντριβή ο λέβητας που ο Ανατόλι εφοδιάζει με κάρβουνο γίνεται σύμβολο της θρησκευτικής και της προσωπικής Κόλασης. Οι τύψεις του έχουν τρελάνει τον Ανατόλι και συμπεριφέρεται περίεργα. Τραγουδά δυνατά στο καμπαναριό, δεν κάνει μπάνιο, κάνει πλάκες στους μοναχούς. Ενώ προσεύχεται προς την αντίθετη κατεύθυνση από τους υπόλοιπους μοναχούς. Αυτή η συμπεριφορά του προβληματίζει τους υπόλοιπους μοναχούς, που αναρωτιούνται αν ο Ανατόλι είναι τρελός, αντί για άγιος. Ενώ υπάρχει και ο πάτερ Ιώβ (Ντμίτρι Ντιούζεφ), δεξί χέρι του ηγούμενου, που ζηλεύει το μεγαλείο του Ανατόλι.

    Όμως ο Ανατόλι δεν είναι τρελός. Είναι μια κλασσική περίπτωση ενός «δια Χριστόν σαλού», από αυτούς που υπάρχουν κατά κόρον στην Ορθόδοξη Παράδοση. «Δια Χριστόν σαλός» είναι κάποιος που φέρεται εκκεντρικά, αλλά που μέσω αυτής της συμπεριφοράς μεταδίδει την Διδασκαλία του Χριστού. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας συμπεριφοράς στην ταινία, είναι όταν καίγεται το κελί του Πατέρα Φιλάρετου και έρχεται να ζήσει μαζί με τον Ανατόλι. Εκείνος θα τον κλειδώσει στο καλύβι που είναι αποπνικτικό εξαιτίας του λέβητα. Ενώ θα πετάξει στην φωτιά τις αγαπημένες του μπότες και στην θάλασσα την αγαπημένη κουβέρτα του ηγούμενου. Όμως εξαιτίας αυτού του συμβάντος ο πατήρ Φιλάρετος θα καταλάβει πόσο λίγη πίστη έχει ο ίδιος και θα ευχαριστήσει τον Ανατόλι που τον αποδέσμευσε από τα υλικά αγαθά. H όλη συμπεριφορά του Ανατόλι φέρνει στον νου τον Πατέρα Ζωσιμά από τους «Αδελφούς Καραμαζώφ» του Ντοστογιέφσκι. Και εδώ βρίσκεται και ένα από τα θεολογικά μηνύματα του έργου: ότι η Πίστη πάει πέρα από συμβάσεις και τυπολατρία.

    Μια μέρα ένας ναύαρχος τον επισκέπτεται με την δαιμονισμένη κόρη του και εκείνος την απολυτρώνει. Ο ναύαρχος αποδεικνύεται ότι είναι ο Τιχόνωφ, που είχε μόνο τραυματιστεί και του λέει ότι τον έχει συγχωρήσει προ πολλού. Τώρα ο Ανατόλι μπορεί να πεθάνει επιτέλους ήρεμος. Πριν όμως γίνει αυτό, θα κάνει ειρήνη με τον Πατέρα Ιώβ με ένα συγκλονιστικό τρόπο.

    Πρέπει να πούμε ότι ο Πάβλεφ Λουντίν δεν θεωρεί τον ήρωα του έξυπνο ή πνευματικό αλλά «ευλογημένο με την έννοια ότι είναι ένα γυμνό νεύρο που συνδέεται με τον πόνο του κόσμου. Η απόλυτη δύναμη του είναι η αντίδραση του στον πόνο των ανθρώπων που τον επισκέπτονται. Όταν όμως το θαύμα συμβαίνει, οι λαϊκοί άνθρωποι που αποζητούν το θαύμα δεν είναι ικανοποιημένοι, γιατί ο κόσμος δεν ανέχεται την ύπαρξη καθημερινών θαυμάτων» Ο Ντμίτρι Σομπόλεβ εξηγεί «όταν οι άνθρωποι ζητούν κάτι από τον Θεό κάνουν λάθος γιατί ο Θεός ξέρει καλύτερα τι έχει ανάγκη ο άνθρωπος την συγκεκριμένη στιγμή».

    Ενώ το νόημα όμως όλου του έργου υπάρχει σε μια σύντομη σκηνή, όπου ο μειλίχιος ηγούμενος καθαρίζει με την βοήθεια του κρόκου του αυγού την καπνιά που καλύπτει την Άγια Εικόνα του Ιησού. Συνδεδεμένο με την Κόλαση, το κάρβουνο συμβολίζει τις αμαρτίες που πρέπει να ξεπεράσει ο άνθρωπος για να επιτύχει την Θέωση, την ένωση με τον Χριστό.

    Πρόκειται για μια ταινία όπου η απλότητα και η ταπεινότητα του ήρωα, η απόμακρη θέση του μοναστηριού και η ύπαρξη θαυμάτων δημιουργούν μια διαχρονική εικόνα της Ορθοδοξίας. Ενώ οι μονόχρωμοι τόνοι του άσπρου του χιονιού και του γαλακτερού μπλε φέρνουν στον νου την μυστικιστική ατμόσφαιρα του «Αντρέϊ Ρουμπλιώφ» του Ταρκόφσκι ή της «Επιστροφής» του Αλεξάντρε Ζεβίντσγιεφ.

    Προσωπικά πιστεύουμε ότι «Το Νησί» είναι το Ορθόδοξο αντίστοιχο του «Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο Χειμώνας ... και Άνοιξη» του Κιμ Κι Ντουκ. Όπως και εδώ, έτσι και εκεί υπήρχε ένα απομονωμένο νησί, που συμβόλιζε την πνευματικότητα και που αντιπαρατίθετο στον έξω κόσμο της αμαρτίας και των παθών. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο έξω κόσμος ταυτίζεται με την αθεϊα και τον υλισμό του Κομμουνισμού, με τον οποίο έρχεται σε σύγκρουση η Ορθόδοξη πνευματικότητα.

    «Το Νησί» κέρδισε το 2006 έξι Χρυσούς Αετούς (τα αντίστοιχα Ρώσικα Όσκαρ) ανάμεσα τους ,αυτά της καλύτερης σκηνοθεσίας, σκηνογραφίας ( Αλεξάντερ Ζεγκάνωφ) και Πρώτου Ανδρικού Ρόλου. Εδώ πρέπει να πούμε ότι ο Πιοτρ Μαμόνωφ, που υποδύεται τον πατέρα Ανατόλι, υπήρξε ένας ροκ σταρ, ο οποίος όταν ανακάλυψε την Ορθοδοξία εγκατέλειψε την μουσική και απομονώθηκε σε ένα χωριό έξω από την Μόσχα. Όπως είπε και ο βαθιά θρησκευόμενος Λουγκίν, ο Μαμόνωφ έπαιξε τον εαυτό του.

    Η ταινία προβλήθηκε επίσης στα Φεστιβάλ της Βενετίας και του Σάντανς, δημιουργώντας φοβερή αίσθηση. Μάλιστα ο Πατριάρχης Αλέξεϊ ο Β' εξύμνησε το «Νησί» για την απεικόνιση της Πίστης και της μοναστικής ζωής και το αποκάλεσε «ένα ζωντανό παράδειγμα που προσπαθεί να φέρει μια Χριστιανική προσέγγιση στην Τέχνη».

    Αυτή λοιπόν την ταινία, που απεικονίζει με τον καλύτερο τρόπο την Ρώσικη Ψυχή, έτσι όπως αναδύεται καθάρια μετά από 70 χρόνια τυραννίας, οι Έλληνες διανομείς και τα ελληνικά κανάλια την αγνοήσανε επιδεικτικά. Ίσως τους φάνηκε «σκοταδιστική». Ίσως υπακούν στην ιδεολογική τρομοκρατία των αριστερών κριτικών που πολεμούν την Ορθοδοξία. Υπ' όψιν ότι την ίδια τύχη είχε και το συγκλονιστικό Into The Great Silence του Πήτερ Γκέρινγκ για την ζωή σε ένα καθολικό μοναστήρι, που είχε κερδίσει το βραβείο καλύτερου Ευρωπαϊκού Ντοκυμανταίρ για το 2006 . Ας ελπίσουμε ότι δεν είναι αργά για κάποιους να αλλάξουν άποψη για τέτοιες πνευματικές ταινίες.

    * ο Γιώργος Πισσαλίδης είναι κριτικός κινηματογράφου και αυτήν την περίοδο συγγράφει το βιβλίο «Ο Σύγχρονος Κινηματογράφος της Δεξιάς».


    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 7ης Ιουνίου 2008 της εφημερίδας Ελεύθερος Κόσμος.