«Ζήτω ο Βασιλιάς Χριστός!»: Μεξικανοί Κριστέρος εναντίον άθεης Αριστεράς

  • Δημοσιεύτηκε: 09 Μάιος 2013

    Πόσο μακριά μπορεί να πάει κάποιος για να υπερασπισθεί το δικαίωμα στην Πίστη του; Πριν σχεδόν ένα αιώνα, οι απλοί Μεξικανοί, κυνηγημένοι από την άθεη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Πλουτάρκο Κάγιες, πήραν τα όπλα στο όνομα του «Βασιλιά Χριστού και της Παναγίας της Γουαδελούπης». Τους ονόμαζαν Κριστέρος (πολεμιστές του Χριστού) και τον αγώνα τους Κριστιάδα. Αυτόν τον άγνωστο, ακόμα και στο Μεξικό, πόλεμο, έρχεται να μας υπενθυμίσει η «Κατάσταση Πολιορκίας» (αυθεντικός τίτλος For Greater Glory) του Ντην Ράιτ, με τους Άντυ Γκαρσία, Έβα Λονγκόρια και Πήτερ Ο' Τουλ, που βγήκε κατ' ευθείαν στο βίντεο.

    Πως όμως ξεκίνησε ο Πολέμος των Κριστέρος και τι επιπτώσεις είχε στην Ιστορία του Μεξικό; Πριν όμως από αυτό, θα πρέπει να πάμε πίσω στην Μεξικανική Ανεξαρτησία. Με εξαίρεση την περίοδο του Βασιλιά Μαξιμιλιανού, η ιστορία του Μεξικού ήταν ένας διαρκής διωγμός του Καθολικισμού από κάθε είδους οπαδών του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης. Χάρις σε αποτυχημένους πολιτικούς, το Μεξικό έχασε όλες τις βόρειες κτήσεις της (Καλιφόρνια, Τέξας και Νέο Μεξικό), και μπήκε υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ.

    Από τον Ζαπάτα στον Κάγιες

    Το 1910 ξεσπά η Μεξικανική Επανάσταση. Ο Βορράς με τον Πάντσο Βίλα και ο Νότος με τον Ζαπάτα αρχίζουν τον πόλεμο εναντίον του Πορφίριο Ντιάζ και το 1916 τον ανατρέπουν. Το 1917 εκδίδεται το Μεξικανικό Σύνταγμα το οποίο βασίζεται στο Σύνταγμα που είχε προτείνει το 1886 ο Μπενίτο Χουαρέζ. Χαρακτηριστικό είναι το Άρθρο 3 που προέβλεπε ότι τα μαθήματα θα είναι κοσμικά και «θα βασίζονται στην επιστημονική πρόοδο και θα πολεμήσουν την άγνοια, τις επιδράσεις της την δουλειά της, τον φανατισμό της και τις προκαταλήψεις της». Αν δεν το καταλάβατε μιλάει για τον Χριστιανισμό.

    Επίσης το Σύνταγμα προέβλεπε κατάργηση της εκκλησιαστικής περιουσίας, τον διαχωρισμό Κράτους και Εκκλησίας, αλλά με το Κράτος να ορίζει τον αριθμό των ιερέων ανά περιοχή, που θα μπορούσε να είναι και μηδενικός. Απαγόρευε δε στους ιερείς και τις καλόγριες να φορούν άμφια, να ψηφίζουν και να καταφεύγουν στο δικαστήριο για να βρουν το δίκιο τους. Τέλος απαγόρευε τις δημόσιες θρησκευτικές τελετές.

    Όμως αυτές οι αμφιλεγόμενες διατάξεις δεν εφαρμόσθηκαν κατ' ουσία μέχρι το 1924, όταν ο Πλουτάρκο Ελίας Κάγιες διαδέχθηκε τον Αλβάρο Ομπρεγκόν. Όπως οι περισσότεροι ηγέτες της Μεξικάνικης Επανάστασης, έτσι και αυτός ήταν τέκτων και μάλιστα 33ου βαθμού. Πολλοί καθολικοί βλέπουν στην τεκτονική του ιδιότητα την ρίζα για το άσβεστο μίσος του για τον Καθολικισμό.

    Ο βίαιος αντικληρικαλισμός του Κάγιες

    Δηλώνει επί του θέματος ο ιστορικός Ρουμπέν Κουεζάδα, συγγραφέας του «Για την Μεγαλύτερη Δόξα - Η αληθινή ιστορία της Κριστιάδα: Ο πόλεμος των Κριστέρος και ο αγώνας του Μεξικού για θρησκευτική ελευθερία»: «Όταν ο Πλουτάρκο Κάγιες ανέλαβε Πρόεδρος του Μεξικού, δεν ήθελε η Εκκλησία να έχει κανένα μέρος στην ηθική εκπαίδευση των πολιτών. Δεν ήθελε ο Θεός να είναι μέρος της ζωής οποιουδήποτε ανθρώπου. Όταν ο Κάγιες ανέβηκε στην εξουσία, ήθελε ο Μεξικανικός πληθυσμός να ανήκει στο σοσιαλιστικό κράτος. Επέμενε ότι η Εκκλησία δηλητηρίαζε τα μυαλά των ανθρώπων και η διδασκαλία της ήταν απειλή για την επαναστατικό τρόπο σκέψης που υποστήριζε. Ο Κάγιες ήθελε να εξασφαλίσει ότι όλοι οι πολίτες θα εκπαιδευόταν κάτω από την κυβερνητική δικτατορία και την κοσμική νοοτροπία».

    Έτσι από τον Ιούνιο του 1926 , ο Κάγιες όχι μόνο εφαρμόζει τους ήδη ψηφισμένους αντικληρικαλικούς νόμους, αλλά περνάει και άλλους δικούς του, οι οποίοι μένουν στην Ιστορία με το όνομα «Νόμοι του Κάγιες». Με αυτούς εκκλησίες, μοναστήρια και θρησκευτικά σχολεία κλείνουν. Η εκκλησιαστική περιουσία κατάσχεται. Επιβάλλεται πρόστιμο 500 πέσος (250 δολαρίων) για όποιον ιερέα η καλόγρια φορούσε άμφια εκτός Εκκλησίας. Υπήρχε ποινή 5 χρόνων για όποιον ιερέα κριτίκαρε την κυβέρνηση, έστω και σε ιδιωτική συζήτηση. Τέλος οι ξένοι ιερείς απελαύνονται από την χώρα. Όσοι ιερείς παραμένουν, έπρεπε να διαλέξουν ή την συνεργασία με την κυβέρνηση ή να περάσουν στην παρανομία. Οι περισσότεροι προτίμησαν να κρυφτούν σε καινούργιες κατακόμβες στα βουνά για να μην στερήσουν την Θεία Μετάληψη από το ποίμνιο τους.

    Αυτό είχε ως αντίδραση να ξεκινήσει μία Καθολική αντίσταση, η οποία αρχικά ήταν παθητική. Σε αυτήν συμμετέχουν ο «Εθνικός Σύνδεσμος για την Υπεράσπιση της Θρησκευτικής Ελευθερίας», η «Μεξικανική Ένωση της Καθολικής Νεολαίας» και το καθολικό κόμμα της «Λαϊκής Ενότητας». Τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, η Καθολική Εκκλησία, σε συνεννόηση με την Άγια Έδρα αναστέλλει την Θεία Λειτουργία σε όλο το Μεξικό. Ειδικά στις κεντροδυτικές επαρχίες του Τζαλίσκο, του Γκουαναχουάτο και της Ζακατέκας ξεκινά ένα οικονομικό μποϋκοτάζ σε κινηματογράφους και δημόσια μέσα μεταφοράς. Ο Κάγιες θεωρεί την κίνηση ως ανταρσία και κλείνει περισσότερες εκκλησίες. Αρχίζει το κυνηγητό των ιερέων και η απαγόρευση της Θείας Λειτουργίας.

    Τότε στις 3 Αυγούστου 400 οπλισμένοι Καθολικοί κλείστηκαν στην Εκκλησία της Παναγίας της Γουαδελούπης και άρχισαν τις ανταλλαγές πυροβολισμών με τους ομοσπονδιακούς στρατιώτες. Το αποτέλεσμα 18 νεκροί και 40 τραυματίες. Την επομένη 240 στρατιώτες εισβάλουν στην εκκλησία του Σακουάχο του Μιτσοκόαν, σκοτώνει τον ιερέα και τον εφημέριο. Αυτές τις ενέργειες πείθουν πολλούς, ακόμα και δημάρχους, να πάρουν τα όπλα ενάντια στον ομοσπονδιακό στρατό και πολλούς να κρυφτούν στην επαρχία.

    Ζήτω ο Βασιλιάς Χριστός και η Παναγία της Γουαδελούπης»

    Ο Πόλεμος των Κριστέρος ξεκίνησε την 1η Ιανουαρίου του 1927 με ένα μανιφέστο που λεγόταν «Προς το Έθνος». Σε αυτό αναφερόταν ότι «η ώρα της μάχης έχει σημάνει» και ότι «η ώρα της νίκης ανήκει στον Θεό». Στα υψίπεδα του Λος Άλτος στην επαρχία του Τζαλίσκο ρακένδυτοι αγρότες εξοπλισμένοι με παλιά μουσκέτα καταλάμβαναν το ένα χωριό μετά το άλλο. Και «μέσα από την καρδιά τους, από την ψυχή τους, από το αίμα που κυλούσε στις φλέβες τους, από τα ενδότερα της ύπαρξης τους, ερχόταν μία φωνή που εκπροσωπούσε ότι πιο μεγάλο και πιο βαθύ είχαν, και που ήταν και ο λόγος της ύπαρξης τους: «Ζήτω ο Βασιλιάς Χριστός! Ζήτω η Παναγία της Γουαδελούπης!»

    Δηλώνει σχετικά ο γνωστός ιστορικός Τζων Μέγιερ, ο πρώτος που έγραψε βιβλίο για τους Κριστέρος στο Μεξικό και ιστορικός σύμβουλος της ταινίας: «Ο λαός κατάλαβε ότι δεν υπήρχε άλλος τρόπος για να ζήσουν με αξιοπρέπεια, εκτός από τον πόλεμο». Για τον Μέγιερ οι Κριστέρος ήταν στην συντριπτική τους πλειοψηφία αγρότες και, σε αντίθεση με τους μαρξιστές ιστορικούς σε ΕΣΣΔ και Μεξικό, θεωρούσε ότι η σύγκρουση Κράτους και Εκκλησίας που πυροδοτήθηκε από τους αντικληρικαλικούς νόμους, απόκτησε την τεράστια λαϊκή υποστήριξη από την ένθερμη θρησκευτικότητα των καλλιεργητών, που πήγαινε πίσω στην Καθολική Αναγέννηση του 1860. «Σε γενικές γραμμές το κίνητρο πίσω από την εξέγερση ήταν θρησκευτικό. Έδειχνε να εκφράζει μια σταθερά δομημένη Χριστιανοσύνη με αναφορά στην γνώση (της πίστης) και να είναι βαθιά ριζωμένη στον κυριακάτικο εκκλησιασμό και την συχνότητα της Μετάληψης, βαθιά ριζωμένη στον Ισπανικό Μεσαίωνα» («Η Εξέγερση των Κριστέρος: Ο Μεξικάνικος λαός ανάμεσα στο Κράτος και την Εκκλησία», 1975).

    Αρχικά ο Κάγιες δεν πήρε στα σοβαρά την ένοπλη εξέγερση. Δήλωνε στον Αμερικανό πρεσβευτή Ντέηβιντ Μόροου: «Ένας χρόνος δίχως Θεία Λειτουργία και Θεία Μετάληψη, και οι Μεξικανοί θα ξεχάσουν την θρησκεία τους». Αυτήν την αλαζονική άποψη του επηρέαζε το γεγονός ότι μπορεί οι Κριστέρος να νικούσαν τις αγροτικές και τοπικές πολιτοφυλακές, όμως δεν είχαν ακόμα νικήσει τον εθνικό στρατό.

    Όμως εκείνο που αγνοούσε ήταν ότι η ιστορία είναι γεμάτη από παραδείγματα ανθρώπων, όπως η Ζαν Ντ' Αρκ και ο Κρόμγουελ, που ενώ δεν είχαν στρατιωτική εμπειρία στην μάχη αποδείχθηκαν στρατηγικές ιδιοφυίες. Έτσι λοιπόν ανάμεσα στους πιο πετυχημένους ηγέτες των Κριστέρος ήταν ο φαρμακοτρίφτης Χεσούς Ντεγκολάδο, οι ιερείς Αριστέο Πεντρόζα και Χοσέ Ρέγιες Βέγκα και ο Βικτοριάνο Ραμίρες, ένας αγράμματος βοηθός σε ράντσο. Στις 23 Φεβρουαρίου 1927, οι Κριστέρος έσπασαν το ανίκητο του εθνικού στρατού στο Σαν Φρανκίσκο ντελ Ρινκόν στην επαρχία του Γκουναχουάτο. Ακολούθησε η μάχη στο Σαν Ζουλιάν του Τζαλίσκο, όπου οι Κριστέρος νίκησαν μία επίλεκτη ίλη ιππικού.

    Δίπλα όμως στους Κριστέρος υπήρχαν οι «Γυναικείες Μεραρχίες της Ζαν Ντ' Αρκ» ή «Αντάρτισσες του Χριστού», μία μυστική οργάνωση γυναικών που ιδρύθηκαν στις 21 Ιουνίου 1927 στο Ζαποπάν του Τζαλίσκο και είχαν διασυνδέσεις με το κόμμα της «Λαϊκής Ένωσης». Η στρατολόγηση γινόταν αρχικά στα γυναικεία κολλέγια και αργότερα σε όλες τις κοινωνικές τάξεις. Το κάθε μέλος έδινε όρκους μυστικότητας και αφοσίωσης. Τα καθήκοντα τους ήταν αρχικά η εξασφάλιση πόρων, φαγητού, πληροφοριών και η περιποίηση των τραυματιών. Γρήγορα όμως άρχισαν να συμμετέχουν στην μάχη φτιάχνοντας τα δικά τους πυρομαχικά και μοιράζοντας τα με δικό τους δίκτυο. Στο απόγειο του πολέμου, οι «Γυναικείες Μεραρχίες της Ζαν Ντ Άρκ» μετρούσαν 25.000 στρατεύσιμες. Τέτοια ήταν η αποδοτικότητα τους, αλλά και το ανεξάρτητο πνεύμα τους, που οι στρατιωτικοί ηγέτες των Κριστέρος δήλωναν ότι ο ρόλος τους ήταν σημαντικός στην διατήρηση και συνέχιση του Αγώνα.

    Οι ιερείς ήταν επίσης αρχικά διχασμένοι απέναντι στους Κριστέρος, πιστεύοντας στην παθητική αντίσταση ή την πνευματική κατεύθυνση της Άγιας Έδρας. Επίσης πολλοί απέρριπταν την συμμετοχή ιερέων, όπως ο Βέγκας, επειδή δεν συμβάδιζε με την Καθολική θρησκειολογία. Πολλοί όμως ιερείς στήριζαν κρυφά τους Κριστέρος.

    Εδώ να πούμε ότι οι Προτεστάντες, που αποτελούσαν το 1% των κατοίκων του Μεξικού ήταν στο πλευρό του Κάγιας και κατείχαν πολλές δημόσιες θέσεις. Επίσης η Αμερικανική κυβέρνηση στήριζε τον Κάγιες και τουλάχιστον μια φορά βομβάρδισε τους Κριστέρος. Τέλος οι τέκτονες Ιππότες της Κου Κλουξ Κλάν, γνωστοί για τα αντικαθολικά τους αισθήματα, χρηματοδοτούσαν τον Κάγιες για να εξαφανίσει μια για πάντα τον Καθολικισμό από το Μεξικό.

    Η επανάσταση παραλίγο να πεθάνει στις 19 Απριλίου 1927, όταν μετά από μια επίθεση σε τραίνο με χρήματα, που κόστισε την ζωή του αδελφού του, ο ιερέας Χοσέ Ρέγιες Βέγκας έκαψε ζωντανούς 51 επιβάτες. Βέβαια ο Βέγκας δεν ήταν ο τυπικός ιερέας και η πράξη του ερχόταν σε αντίθεση με τον αγώνα των Κριστέρος, που ήταν κατ' εξοχήν ηθικός. Μετά την γενική κατακραυγή η εξέγερση σώθηκε από τις προσπάθειες ενός ατόμου: του Βικτοριάνο Ραμίρες, διάσημου με το παρατσούκλι «Ελ Καρτόσε» ή «14».

    Τότε όμως ο «Εθνικός Σύνδεσμος για την Υπεράσπιση της Θρησκευτικής Ελευθερίας» πρότεινε την γενική αρχηγία στον πρώην στρατηγό του Μεξικάνικου στρατού, τον Ενρίκο Γκοροστιέτα, που είχε νικήσει τον Ζαπάτα. Όμως δεν θα μπορούσε να βρεθεί άτομο πιο ξένο προς αγώνα των Κριστέρος. Ήταν φιλελεύθερος, τέκτονας και αρχικά γελούσε με κάποιες θρησκευτικές παρατηρήσεις των στρατιωτών. Παρόλα αυτά άρχισε να στηρίζει τον αγώνα των Κριστέρος ως υπερασπιστής της θρησκευτικής ελευθερίας και μετέτρεψε τους άτακτους ρακένδυτους Κριστέρος σε τακτικό στρατό, χρησιμοποιώντας ένα σύστημα αμοιβών. Υπό τις διαταγές του Γκοροστίνα οι Κριστέρος υπερτερούσαν στο πεδίο της μάχης.

    Όμως το 1929 άρχισαν τα εσωτερικά προβλήματα. Ο Καρτόσε κατηγορήθηκε από κάποιον πιθανό κατάσκοπο ως προδότης και εκτελέσθηκε. Ο Γκοροστίνα σκοτώθηκε στην μάχη, όπως και ο ιερέας Βέγκας. Τελικά ο πόλεμος των Κριστέρος τελείωσε όχι στο πεδίο των μαχών, αλλά στο διπλωματικό τραπέζι με την πίεση του πρέσβη των ΗΠΑ Ντέηβιντ Μόρροου. Όμως οι επαναστάτες δεν συμμετείχαν στις συζητήσεις και ένοιωθαν προδομένοι.

    Στις 27 Ιουνίου 1929, οι καμπάνες του Μεξικού ακούσθηκαν για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια. 90.000 άνθρωποι έχασαν τις ζωές τους στον Πόλεμο των Κριστέρος. Από αυτούς 56.882 ήταν ομοσπονδιακοί και 30.000 ανήκαν στους Κριστέρος. Ενώ χιλιάδες κυνηγήθηκαν όταν ο Κάγιες δεν κράτησε την υπόσχεση που έδωσε στην συμφωνία ειρήνης. Τα πράγματα θα άλλαζαν μόνο το 1940, όταν θα ανέβαινε στην εξουσία ο Καθολικός Μανουέλ Αβίλο Καμάτσο. Ενώ η Εκκλησία αναγνώρισε πολλούς Κριστέρος ως μάρτυρες της Πίστης, συμπεριλαμβανομένων οσίων Μιγκουέλ Προ και Χοσέ Σάντσεζ ντελ Ρίο, ενός 14χρονου Κριστέρο.

    Κατάσταση Πολιορκίας: Μια ταινία για τους Κριστέρος

    Ένα από πιο τραγικά στοιχεία του πολέμου των Κριστέρος ήταν ότι εξαφανίσθηκε δια μαγείας από τα σχολικά και ιστορικά βιβλία του Μεξικού. Όλα αυτά μέχρι που ο Ντην Ράιτ, ειδικός εφέ στα δύο τελευταία μέρη του «Άρχοντα των Δακτυλιδιών» έφτιαξε την ταινία «La Cristiada», που έκανε πρεμιέρα στο Μεξικό στις 20 Απριλίου 2012 και στις HΠΑ στις 1η Ιουνίου με τίτλο «For Greater Glory» (Για την Δόξα του Κυρίου). Στην ταινία πρωταγωνιστούν ο γνωστός αντι-Καστρικός Άντυ Γκαρσία στον ρόλο του Γκοροστιέτα, μια αγνώριστη Εύα Λονγκόρια στον ρόλο της θρησκευόμενης συζύγου του Τούλια και ο Πήτερ Ο' Τουλ στον τελευταίο του ρόλο.

    Η «Κατάσταση πολιορκίας» , όπως είναι ο ελληνικός τίτλος, ξεκινά με τον Κάγιες (παιγμένο έξοχα από τον σαλσέρο Ρούμπεν Μπλαδές) να δηλώνει στους δημοσιογράφους «Συμπατριώτες, το Μεξικό βρίσκεται υπό πολιορκία. Απόκληροι από την Ρώμη και από όλη την Ευρώπη έρχονται στην χώρα μας για να αποσταθεροποιήσουν την κυβέρνηση και να δηλητηριάσουν τα μυαλά και τις καρδιές των ανθρώπων και να τους μετατρέψουν σε φανατικούς στην υπηρεσία ξένων συμφερόντων. Αυτή η σκευωρία δεν πρόκειται να γίνει ανεκτή». Έχουμε έτσι από την πρώτη στιγμή τον βίαιο αντικληρικαλισμό του Κάγιες, αλλά και μελλοντικές σκηνές από την πιθανή διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

    Στην συνέχεια έχουμε τον πιτσιρικά Χοσέ Ραμίρεζ ντελ Ρίο να ρίχνει ένα φρούτο στον ιερέα Κρίστοφερ και ως τιμωρία από τον θρησκευόμενο νονό του υπηρετεί τον συμπαθητικό ιερέα, αφήνοντας μια για πάντα πίσω του τις σκανταλιές. Η πρώτη φορά που βλέπουμε τον Γκοροστιέτα (Γκαρσία) είναι όταν πάει τις κόρες του για την πρώτη μετάληψη και ο στρατός απαγορεύει την είσοδο στην Εκκλησία. Σοβαρός, αλλά και με χιούμορ δηλώνει στην Τούλια: «Ως πρώην αξιωματικός σου δηλώνω ότι είναι θέμα χρόνου να πέσει ο Κάγιες». Όταν αργότερα θα ηγηθεί των Κριστέρος, θα αρχίσει να αλλάζει από αγνωστικιστής, χωρίς όμως ποτέ να βαπτιστεί Καθολικός.

    Όταν ο Ντελ Ρίο δει τους ομοσπονδιακούς να δολοφονούν τον ιερέα Κρίστοφερ, αποφασίζει να μπει στους Κριστέρος. Σε αυτόν ανήκει η καλύτερη και πιο συγκλονιστική σκηνή του έργου με τον αξιωματικό του στρατού να τον βασανίζει και να αρνηθεί τον Χριστό και να φωνάξει «Θάνατος στον Βασιλιά Χριστό». Θα συναντήσει το πεπρωμένο του, αλλά πριν εκπνεύσει θα γράψει με το αίμα του το όνομα του Χριστού στο χώμα.

    Γενικά μια ταινία που δείχνει την αναλγησία της μαρξιστικής ιδεολογίας, αλλά και ένα διαφορετικό πρότυπο Χριστιανού που πολεμά για την πίστη του αντί να γυρίσει το άλλο μάγουλο.



    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος 35 (Φεβρουάριος-Μάρτιος 2013) του περιοδικού Patria.