«Τι κι αν έπεσε η Πατρίδα. Εμείς, θα νικήσουμε!»

  • Δημοσιεύτηκε: 12 Σεπτέμβριος 2017
    Μνημεία του ΚΚΕ για τον ΔΣΕ ξεφυτρώνουν σε κάθε γωνιά της πατρίδας μας.

    «Τον έχεις ξανακλάψει τον παππού ή τώρα πρώτη φορά, λόγω Εσθονίας, σταλινισμού και περιόδου μεταγραφών προς ΝΔ μεριά;», εξέμεσε η ντροπή της Κρήτης, Παύλος Πολάκης, προς την Εύα Καϊλή, όταν αυτή έγραψε πράγματα που θα έπρεπε προ πολλού καιρού να είχαν ειπωθεί για τον συμμοριτοπόλεμο από χείλη αξιωματούχων της μεταπολιτευτικής περιόδου.

    Η αλήθεια είναι, βεβαίως, ότι τους παππούδες και γονείς μας τους κλαίμε συνήθως βουβά, τιμώντας την μνήμη τους σε λιτές τελετές σε ακροβούνια και πηγάδες. Αλλά όταν οι απόγονοι των φονιάδων εμφανίζονται αμετανόητοι και έτοιμοι να επαναλάβουν τα εγκλήματά τους, τότε πρέπει να λαμβάνουν τις σχετικές απαντήσεις.

    «Τα κονσερβοκούτια δεν σκούριασαν ακόμα» και «Κάτω στον Μελιγαλά έγινε μισή δουλειά», γράφει και φωνάζει ο αλητάκος 16χρονος, επαναστάτης με τα λεφτά του μπαμπά (και του Σόρος, για να μην ξεχνιόμαστε), σπάζοντας βιτρίνες και πετώντας μολότοφ σε ό,τι κινείται. Και αναρωτιέται κανείς: Ποιος είναι αυτός που σε παιδιά που γεννήθηκαν έξι και πλέον δεκαετίες μετά τα γεγονότα του Συμμοριτοπολέμου, εμφύσησε τόσο αδικαιολόγητο μίσος και περιφρόνηση προς την ίδια την Ιστορία;

    Η απάντηση έρχεται αβίαστα από την στάση του επίσημου ΚΚΕ, που εδώ και χρόνια αναλίσκεται σε μία προσπάθεια «δικαίωσης» των εγκληματιών του ΔΣΕ (Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας), που έστρεψαν τα όπλα κατά της πατρίδας τους και συνεργαζόμενοι με μεγάλο αριθμό ομοϊδεατών τους από όμορα κράτη (κάποια στιγμή η συμμετοχή Αλβανών, Βουλγάρων και Σκοπιανών στις τάξεις του ξεπέρασε το 70%), προσπάθησαν να εγκαθιδρύσουν κομμουνιστικό καθεστώς στην πατρίδα μας.

    «Τι κι αν έπεσε ο Γράμμος, εμείς θα νικήσουμε!» ονομάζεται ένα φιλμ μίσους, παραγωγής της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ (έγραψε γι’ αυτό εκτενώς ο Πέτρος Μυλωνάς στο προηγούμενο φύλλο του «Ελεύθερου Κόσμου»), που δηλώνει πλέον ευθαρσώς ότι είναι έτοιμο να κάνει μία από τα ίδια. Η μετωπική εγκληματική του οργάνωση παραμένει ενεργός, χρησιμοποιώντας ό,τι πιο εγκληματικό και περιθωριακό αποβάλλει η ελληνική κοινωνία και το εκπαιδεύει ιδεολογικά σε καταλήψεις και «κοινωνικούς χώρους», ποτίζοντάς το με ταξικό μίσος και απέχθεια προς οτιδήποτε εθνικό. Οι Βελουχιώτηδες του 21ου αιώνα έχουν ήδη γαλουχηθεί με τα δηλητήρια του μίσους και ετοιμάζονται.

    Εδώ και 68 χρόνια, την αυτοκριτική της την έκανε μόνον η μία πλευρά. Έχοντας μία αντίληψη περί του κόσμου με επίκεντρο την εθνική κοινότητα, ο πόνος για τον χαμό του αδελφού, έστω και πλανημένου, έστω και αντιπάλου, είναι βαθύς. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του αειμνήστου στρατηγού Γεωργίου Καρούσου, που έλεγε συχνά: «Την 29η Αυγούστου εκάστου έτους στην εκκλησιά ανάβω πάντα δύο κεριά, με τον ίδιο σεβασμό και ευλάβεια. Το ένα για τους νεκρούς Έλληνες συμπολεμιστές μου και το άλλο για τους νεκρούς Έλληνες της άλλης πλευράς, που έπεσαν από δικά μας βόλια».

    Τα ίδια λόγια άκουσα και φέτος στην σεμνή τελετή στην Βούρμπιανη του Γράμμου, από τον κεντρικό ομιλητή Δημ. Κωστούλα, πρόεδρο των αποστράτων αξιωματικών νομού Ιωαννίνων. Τα ίδια λόγια ακούω εδώ και χρόνια από τον υπερήλικα πατέρα μου, που ακόμη φέρει στην κοιλιά του θραύσματα από όλμο που τον τραυμάτισε στις κορυφογραμμές του Γράμμου το 1949 και που οι εφιάλτες του πολέμου τον τυραννούσαν τουλάχιστον 40 χρόνια μετά, καθώς μέσα στην νύχτα, μικρό παιδί, τον άκουγα να ξυπνά αλαφιασμένος φωνάζοντας.

    Τα ίδια λόγια... Λόγια Ελλήνων, πολεμιστών και μη, που ανήκουν στην πλευρά των «νικητών», στην πλευρά που έσωσε την πατρίδα, στην πλευρά που λησμονήθηκε και που βουβά κλαίει τους νεκρούς της, τους νεκρούς της πατρίδας, δεκαετίες τώρα. Νεκρούς μη-δικαιωμένους από το άθλιο μεταπολιτευτικό καθεστώς, το καθεστώς της λήθης και της ηττοπάθειας, της ισοπέδωσης και της απάτης.

    Και από την άλλη, την πλευρά των «ηττημένων», λόγια μίσους, πρακτικές αμετανόητες, προσπάθειες να καθαγιάσουν την προδοσία της ηγεσίας και τον άδικο χαμό χιλιάδων Ελλήνων από την πλευρά τους, που σκοτώθηκαν δίπλα σε ξένους ομοϊδεάτες τους, πολεμώντας ενάντια στην ίδια την πατρίδα τους, άθλιοι συνοδοιπόροι ενός ουτοπικού οράματος που δυνάστευσε την μισή ανθρωπότητα για περισσότερες από 7 δεκαετίες.

    Έχει την αιτιολόγησή της αυτή η πρακτική. Η αποτυχημένη εφαρμογή του κομμουνιστικού οράματος παγκοσμίως και η απαξίωση των κομμουνιστικών ιδεών είχε ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση των κομμουνιστικών κομμάτων σε όλα σχεδόν τα κράτη. Στην Ελλάδα, η ηγεσία του ΚΚΕ επέλεξε να κρατήσει συσπειρωμένο το πιο σκληρό ιδεολογικό κομμάτι των οπαδών του, επικεντρώνοντας την δράση του τα τελευταία χρόνια (ειδικά μετά την άνοδο της Αριστεράς στην εξουσία, που του δίνει το δικαίωμα να εμφανίζεται ως το «ορθόδοξο» κομμάτι της), στην περίοδο του συμμοριτοπολέμου, στοχεύοντας πρωτίστως στο θυμικό όσων είναι ακόμη ζωντανοί και των κατιόντων συγγενών τους.

    Αυτή η πρακτική, όμως, είναι ατελέσφορη. Η προσπάθεια όξυνσης του διχασμού της ελληνικής κοινωνίας δεν κατατείνει φυσικά στην ανατροπή του σάπιου καθεστώτος, αλλά στην διατήρησή του. Αυτό που απαιτεί η πατρίδα μας σήμερα είναι ένα σφριγηλό πατριωτικό κίνημα, με σαφή εθνικιστικά χαρακτηριστικά, προσηλωμένο κατ’ αρχήν στην αποτίναξη του σάπιου μεταπολιτευτικού καθεστώτος και των μεταλλάξεών του και κατόπιν στην παλινόρθωση του κράτους, ως εθνικού και οικονομικού κέντρου του Ελληνισμού.

    Αυτό δεν χρειάζεται διχασμούς, αλλά ενότητα. Και για την ενότητα η ευθύνη και οι πρωτοβουλίες ανήκουν πάντοτε στον ισχυρό. Και ισχυρός είναι ο δικαιωμένος από την Ιστορία. Ή τουλάχιστον αυτός πρέπει να είναι. Σε διαφορετική περίπτωση κάτι αφύσικο συμβαίνει. Αυτό το αφύσικο πρέπει να αντιμετωπιστεί και γρήγορα μάλιστα.

    Το κάλεσμα στο προσκλητήριο αυτό είναι καθήκον και υποχρέωση των ισχυρών προσωπικοτήτων και φορέων. Ιδού λοιπόν! Για να δοθεί επιτέλους το μήνυμα: «Τι κι αν έπεσε η πατρίδα. Εμείς, θα νικήσουμε!»


    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο φύλλο Σεπτεμβρίου 2017 της εφημερίδας «Ελεύθερος Κόσμος».