Δίπλα μας

  • Δημοσιεύτηκε: 03 Δεκέμβριος 2010

    Είναι μάλλον εύκολο να εντυπωσιάσει κανείς τους ανθρώπους με κάποια ωραία λόγια. Με ένα σχετικά πλούσιο λεξιλόγιο (στην εποχή της λεξιπενίας οι απαιτήσεις είναι ελάχιστες!), με παρουσιαστικό όχι κατ' ανάγκην στυλιστικό, αλλά πάντως επικοινωνιακό, και προπαντός με την ικανότητα να πείθει ότι αυτά που λέει τα πιστεύει, έχει σχετικά άκοπα διαμορφώσει το προφίλ ενός τυπικού πολιτικάντη, που άλλα λέει, άλλα εννοεί και άλλα τελικώς πράττει...

    Ως άνθρωπος που τα τελευταία χρόνια τσαλαβούτησε στα λύματα του πολιτικού σκηνικού της χώρας, είναι φυσικό και επόμενο να έχω επωμισθεί, δικαίως ή αδίκως, ένα μέρος έστω του κατηγορητηρίου της αναξιοπιστίας, που αντιμετωπίζουν όλοι αυτοί που οδήγησαν την πατρίδα στον έσχατο ευτελισμό. Επομένως, σοφό θα ήταν να μην χρησιμοποιήσω λόγια δικά μου, αλλά λόγια άλλων ανθρώπων. Ανθρώπων που σηματοδότησαν με την παρουσία τους την πορεία ακτίνων φωτός και ελπίδας στις ζοφερές μέρες της εποχής μας.

    «Μη φοβηθείτε να χάσετε ό,τι κι αν έχετε κερδίσει, ό,τι κι αν σας έχει δοθεί. Τη δουλειά σας, τα λεφτά σας, την ησυχία σας, το βόλεμά σας. Μόνον τότε θα είστε έτοιμοι να αγωνιστείτε για την πατρίδα χωρίς φόβο, επειδή δεν θα έχετε να χάσετε τίποτε άλλο». Νομίζω ότι, χρονικά, δεν ακούστηκε στην Ελλάδα μεγαλύτερη σε σημασία και βαθύτερη σε έννοια πρόταση, μετά την μονολεκτική εκείνη του Ιωάννη Μεταξά, που αποτύπωσε τον πόθο του ελληνικού λαού για ελευθερία και αξιοπρέπεια.

    Η Χαρά Νικοπούλου, μιλώντας στους φοιτητές της παράταξης «ΔΡΑΣΙΣ-ΚΕΣ», πριν λίγες ημέρες, αυτόν τον πόθο ενσάρκωσε και πάλι με τα παραπάνω λόγια, αυτήν τη διαχρονική στάση ζωής του Έλληνα μορφοποίησε. Και το σπουδαιότερο, όχι ως προϊόν απελπισίας, αλλά ως το αποτέλεσμα μίας συνειδητής πορείας αρετής! Όχι από έναν άνθρωπο που εξιδανικεύει μία πραγματικότητα, αλλά από κάποια που βίωσε την πραγματικότητα με το πιο απάνθρωπο πρόσωπό της.

    Τα ίδια μηνύματα, τα ίδια συναισθήματα εισπράττει κανείς ακούγοντας όσα είπε ο πατέρας του στον φίλο μου γιατρό Γ.Β. Υπηρέτησε ο πατέρας του, ως στρατιωτικός γιατρός, από το 1926 έως το 1961, οπότε και αποστρατεύτηκε. Είχε προηγηθεί, όμως, και μία 10χρονη (!) θητεία, η περισσότερη εν καιρώ πολέμου, από το 1916 έως το 1926. Όταν τον ρώτησε κάποια στιγμή, γιατί δεν αναγνώρισε τα 10 αυτά χρόνια, ώστε να πάρει μεγαλύτερη σύνταξη, ο Κρητικός πατέρας του τον πήρε παράμερα και του είπε: «Στον Στρατό δεν πας για να πάρεις σύνταξη, πας για να υπερασπίσεις την πατρίδα και αυτό δεν εξαργυρώνεται με τίποτε. Είναι το χρέος σου προς αυτήν».

    Τα ίδια λόγια είπε και ο Νίκος Αργυρόπουλος, ο πρόεδρος του Συλλόγου «Βετεράνοι Κύπρου 1974», μόλις προχθές σε ομιλία του, όταν τόνισε ότι «το μόνο που επιδιώκουν οι ήρωες μαχητές στην Κύπρο το 1974 είναι απλώς να γίνει κάποια στιγμή γνωστός ο αγώνας τους στους υπόλοιπους Έλληνες, ώστε όταν τους βλέπουν στον δρόμο να τους λένε μία καλησπέρα σε ένδειξη τιμής. Τίποτε άλλο!»

    Σε εποχές παρακμής και εσωτερικής ερείπωσης, τα πρότυπα που ζητάμε για να γαντζωθούμε και να αντλήσουμε κουράγιο, δεν θα τα βρούμε στο γυαλί των τηλεοπτικών συσκευών ή του ηλεκτρονικού υπολογιστή μας. Θα περάσουν δίπλα μας κι αν δεν αντιληφθούμε την αύρα τους, θα αφήσουμε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Κι η Ευκαιρία («Καιρός») παριστάνεται με το αλληγορικό χάλκινο άγαλμα του Λυσίππου, ως ένας νέος με πλούσια μαλλιά στην όψη, αλλά από πίσω εντελώς φαλακρός! Αν σε προσπεράσει, δεν μπορείς πια να τον αρπάξεις από τα μαλλιά! Τα μηνύματα, τα λόγια και οι πράξεις αυτών των ανθρώπων αποτελούν την πρόκληση για όλους μας. Αν τα αξιοποιήσουμε σωστά, θα είμαστε σίγουρα έτοιμοι όταν χρειαστεί...


    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 30ης Νοεμβρίου 2010 της εφημερίδας Στόχος.
    Κατηγορία: