Η Αριστερά αποχαιρετά τον Μαρξισμό

  • Δημοσιεύτηκε: 19 Σεπτέμβριος 2007

    Τις τελευταίες δεκαετίες η οικονομική θεωρία του Μαρξ έπαψε σιγά σιγά να είναι ο πόλος έλξεως προς την Αριστερά. Οι σημερινοί «αριστεριστές» ηγέτες δεν επιδιώκουν πλέον την κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής. Θα έλεγε κανείς ότι δεν ενδιαφέρονται καν πια για την επίλυση βασικών οικονομικών ζητημάτων, αλλά επικεντρώνουν τις προσπάθειές τους στην αλλοίωση των ηθικών και πολιτιστικών θεμελίων της δυτικής κοινωνίας.

    Ακόμη και στην χώρα μας που ακολουθεί τις εξελίξεις πάντοτε με διαφορά φάσεως έχουμε σχεδόν εναρμονισθεί με την νέα αυτή πραγματικότητα και είμαστε καθημερινά μάρτυρες αυτής της εμμονής της Αριστεράς να κόψει κάθε δεσμό με τις παραδοσιακές αξίες, αλλά και την ιστορία μας. Επιτίθενται στον Αρχιεπίσκοπο και την Εκκλησία ζητώντας διαχωρισμό Κράτους - Εκκλησίας, υπονομεύουν το εθνικό φρόνημα της νεολαίας, προβάλλουν ως πρότυπο ό,τι προσβάλλει το αίσθημα ηθικής του ελληνικού λαού και απαξιώνουν τις αρετές της γενναιότητος, του πατριωτισμού, της νομιμοφροσύνης και της εντιμότητος. Το επιχείρημα ότι αυτές οι απόπειρες γίνονται και από την Νέα Δημοκρατία και άρα όχι αποκλειστικά από την Αριστερά δεν ευσταθεί αν αναλογισθεί κανείς τις ιδεολογικές καταβολές πολλών στελεχών της σημερινής κυβερνήσεως και εν γένει της κυανής παρατάξεως (βλ. Ρουσσόπουλο, Δούκα, Αβραμόπουλο, Κύρτσο, Μπακογιάννη, Τατούλη, Τζαννετάκο κ.ά.).

    Από τον Μαρξ στην Φρανκφούρτη

    Και η Νέα Δημοκρατία λοιπόν - και ας μείνουμε εδώ όσον αφορά στην Ελλάδα - είναι ουσιαστικά ένα κόμμα που αποτελείται είτε από Αριστερούς ή πρώην αριστερούς, είτε από άβουλους και ανοήτους νεοφιλελεύθερους που δεν έχουν το θάρρος ή και την αντίληψη να παραδεχθούν ότι το τίμημα για τα όποια οικονομικά οφέλη μίας παγκόσμιας κοινότητας είναι η εξάλειψη εθνικών, πολιτιστικών, θρησκευτικών διαφορών και συνόρων. Είναι οι ίδιοι ανόητοι που εν αντιθέσει με τους αριστερούς δεν αντιλαμβάνονται ότι με την εκχώρηση της οικονομικής ανεξαρτησίας μας δεν μένει τίποτε άλλο πλην της εθνικής και πολιτιστικής μας ταυτότητος για να υπερασπισθούμε ή ... να διαλύσουμε.

    Η παραπάνω μετακίνηση ή - αν θέλετε - μετάλλαξη της Αριστεράς έχει τις ρίζες της στην σχολή της Φρανκφούρτης (1), μία ομάδα Γερμανών μαρξιστών, οι οποίοι κατά τη δεκαετία του '30 μετανάστευσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου πολύ γρήγορα επικράτησαν στην αριστερή σκέψη. Αντί των αντικαπιταλιστικών οικονομικών μεταρρυθμίσεων έθεσαν την κατά της παραδόσεως «κοινωνική μηχανική» ως ύψιστη προτεραιότητα. Μετά τον πόλεμο οι ιδέες των αυτοεξορίστων Γερμανών επέστρεψαν στην Ευρώπη. Σε συνδυασμό με το κύμα της αμερικανικής ποπ-κουλτούρας, που πλημμύριζε την Γηραιά Ήπειρο, κατάφεραν με την πλαισίωση του φοιτητικού κινήματος των δεκαετιών του '60 και του '70 να πετύχουν βαρύ πλήγμα εις βάρος του πολιτισμού και της ηθικής.

    Ο πολυπολιτισμικός προσανατολισμός των σημερινών Ευρωπαίων αριστερών δεν έχει παρά ελάχιστη σχέση πια με τον μαρξισμό ως οικονομική - ιστορική θεωρία. Ό,τι απέμεινε από την παλιά «εργατιά», στην οποία κάποτε στηρίζονταν τα μαρξιστικά κόμματα, κατευθύνεται σήμερα - εκλογικά τουλάχιστον - προς τα πατριωτικά, αντινεοταξικά και μερικές φορές ακραία πολιτικά σχήματα, επειδή αυτά απορρίπτουν τον πολυπολιτισμό και την μαζική και ανεξέλεγκτη μετανάστευση. Αντιθέτως, η μεταμαρξιστική Αριστερά βρίσκει ανταπόκριση σε ομάδες - κατηγορίες αντιδραστικών και μισαλλόδοξων πολιτών, οι οποίοι αντίκεινται στις παραδοσιακές ηθικές και πολιτισμικές αξίες, τις οποίες ασπάζετο ακόμη και εκείνη η παλιά εργατιά που αποτελούσε κάποτε τον βασικό της κορμό. Κι αν όμως το προϊόν και η πελατεία άλλαξαν ο στόχος παραμένει ο ίδιος: μία παγκόσμια ανθρώπινη κοινότητα. Ένας στόχος, στον οποίον η Αριστερά πορεύεται χέρι-χέρι με το καπιταλιστικό (ή νεοφιλελεύθερο) ιδεώδες της οικουμενικής ενοποιήσεως μέσω της ανοικτής παγκοσμίου οικονομίας - εξ ού και η συμπόρευση των «συντηρητικών» κομμάτων με τα «σοσιαλιστικά».

    Θα μπορούσε λοιπόν κανείς εύλογα να συμπεράνει ότι η μετακίνηση αυτή του ενδιαφέροντος της Αριστεράς από την οικονομία σε πολιτισμικά ζητήματα σημαίνει και τον θάνατο του Μαρξισμού (2), αν λάβει κανείς υπ' όψιν του ότι ο τελευταίος μόνον ως οικονομική θεωρία είχε κάποια αξία. Τι κι αν ο Μαρξ, όμως, δεν είχε προβλέψει ούτε την σεξουαλική απελευθέρωση, ούτε την ομοφυλοφιλία, ούτε και τον «εναλλακτικό» τρόπο ζωής, η καταστροφή του θεσμού της οικογενείας ήταν εξ' αρχής γραμμένη στην ατζέντα των κομμουνιστικών και σοσιαλιστικών κομμάτων. Ας μην ξεχνάμε ότι στις πιο «προηγμένες» ευρωπαϊκές χώρες μία από τις διακηρύξεις των σοσιαλιστών ήταν ο «ελεύθερος έρως», ενώ ήδη από τη δεκαετία του '20 οι σοσιαλιστές έβλεπαν ως μέγιστο εμπόδιο για την οικοδόμηση της κεντρικά καθοδηγουμένης κοινωνίας και οικονομίας τους την οικογένεια, τους στενούς διαπροσωπικούς δεσμούς και τις ιδιωτικές σχέσεις, που δεν βασίζονταν στην κολλεκτιβιστική λογική. Το σοσιαλιστικό κράτος προτιμούσε πάντοτε «ελευθέρους», χωρίς δεσμεύσεις και συνεπώς απομονωμένους σε έναν ατομικισμό ανθρώπους.

    Η νέα πολιτική θρησκεία

    Όταν στην Ρωσία το 1917 κατέλαβαν την εξουσία οι μπολσεβίκοι, η οικονομική μεταρρύθμιση πήγαινε χέρι-χέρι με την κοινωνική και σεξουαλική - ηθική ανατροπή. Καταργήθηκαν σωρεία νόμων με σκοπό την απαγκίστρωση του ατόμου από την οικογένειά του, ενώ απελευθερώθηκαν τόσο ο γάμος όσο και τα διαζύγια, η προφύλαξη και οι εκτρώσεις. Μέσα από την κολλεκτίβα άρχισε να διαλύεται η οικογένεια. Η πατριαρχική κοινωνία ήταν - υποτίθεται - παρελθόν... (3)

    Πολλά από τα μέτρα των μπολσεβίκων κρίθηκαν αργότερα μη ρεαλιστικά και ακραία κι έτσι τα σοβιέτ σε ορισμένα σημεία έκαναν πίσω. Πολλώ δε μάλλον, οι εργάτες δεν επιθυμούσαν τον (υποχρεωτικώς) «ελεύθερο έρωτα», αλλά την παραμονή τους κοντά στους εμπίστους συντρόφους της ζωής τους. Οι οικογενειακοί δεσμοί ήταν πολύ ισχυροί, ώστε θα έπρεπε να δοκιμασθεί μία πιο ήπια τακτική για την μακροπρόθεσμη χαλάρωσή τους. Παρά ταύτα οι καθοδηγητές της Αριστεράς ποτέ δεν ξεχνούσαν την σημασία της τροποποιήσεως των ηθικών και πολιτισμικών προτύπων, της κοινωνικής μηχανικής δηλαδή. Όταν λοιπόν μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ο επαναστατικός στόχος του κομμουνιστικού οικονομικού συστήματος άρχισε να φαντάζει όλο και λιγότερο ρεαλιστικός, χωρίς να χάσουν ευκαιρία προσαρμόσθηκαν αυτομάτως σε νέες, επαναστατικές μεν, αλλά πολιτισμικής φύσεως στρατηγικές.

    Η ακραία κοινωνικοπολιτική ατζέντα που πρωτοδοκιμάστηκε στην Ρωσία αμέσως μετά την επανάσταση εκπληρώθηκε και στις δυτικές δημοκρατίες της Ευρώπης. Οι ιδέες της μαρξιστικής σχολής της Φρανκφούρτης επιστρέφοντας στην Ευρώπη έβρισκαν πολύ πιο γόνιμο έδαφος απ' ό,τι στην Αμερική, όπου τα ευρωπαϊκά «πολιτισμικά αποθέματα» είτε το θέλουμε είτε όχι ήταν πολύ μεγαλύτερα λόγω του ότι ο χριστιανισμός είχε βαθιά ριζώσει στην αμερικανική κοινωνία, αλλά και το κράτος. Η συγκυρία της ιστορίας έθεσε ως πρώτο στόχο την πληγωμένη εθνική συνείδηση των ηττημένων Γερμανών. Ακόμη κι εκεί χρειάστηκαν πάρα πολλά χρόνια για να μπορέσει η αριστερή διανόηση με βασικό άρμα της τα συμπλέγματα ενοχής του μέσου Γερμανού να επιβληθεί. Σήμερα, με κέντρο την παραδομένη στην Νέα Τάξη Ενωμένη και ανακτήσασα το «κύρος» της μεταλλαγμένη Γερμανία, τα σχέδια της σχολής της Φρανκφούρτης εξαπλώνονται παντού (4).

    Σε μία τυπικά ή ουσιαστικά εκκοσμικευμένη Ευρώπη η περιθωριοποίηση του Χριστιανισμού δημιουργεί ένα τεράστιο ηθικό, μεταφυσικό και ιδεολογικό κενό, το οποίο από την μία συμπληρώνεται από το Ισλάμ και τους ολοένα αυξανόμενους πιστούς του που εγκαθίστανται στην Γηραιά Ήπειρο και από την άλλη από την νέα «πολιτική θρησκεία» των μεταμαρξιστών αριστερών. Από την μία οι εμπνευστές της κοινωνικής μηχανικής και από την άλλη το προϊόν αυτής καλούνται να μοιραστούν την πίτα των κατεστημένων δομών της Ενωμένης Ευρώπης. Μοιραία λοιπόν, πριν κληθούν οι παραδοσιακές, συντηρητικές και εθνικές δυνάμεις να συγκρουσθούν με αυτό που εν γένει αποκαλούμε νέα τάξη, μένει να γίνουμε μάρτυρες της συγκρούσεως ανάμεσα σ' ένα αντιδραστικό, αποφασισμένο, δυναμικό και επικίνδυνο Ισλάμ με τις εκκοσμικευμένες αξίες μίας παρακμιακής και ηδονιστικής Αριστεράς. Μίας συγκρούσεως για τα ηνία αυτής της νέας τάξεως ανάμεσα στα ανθρωπιστικά προσωπεία που η Αριστερά χρόνια τώρα φορά και στους νεοσσούς που θα προβάλουν από τα πραγματικά αυγά φιδιών που ήδη εκκολάπτονται στις καρδιές των Ευρωπαϊκών μητροπόλεων.

    Σ' αυτό το περιβάλλον οι παραδοσιακές δυνάμεις, ο νέος εθνικός χώρος, όπως πολύ εύστοχα τον απεκάλεσε ο «Ιός» της Ελευθεροτυπίας (5) θα κληθούν να αντιμετωπίσουν τον βέβαιο κυρίαρχο: Μία ισχυρή θρησκευτική πίστη που δίνει την δύναμη στους μουσουλμάνους να διεκδικήσουν το μερίδιό τους στην κατανάλωση, στο κοινωνικό σύστημα, στους δημόσιους χώρους, στην πολιτική και εν τέλει στην εξουσία, χωρίς να χρειάζεται να υιοθετήσουν τις αρχές, στις οποίες βασίζεται η κοινωνία, στην οποία γεννηθήκαμε (6). Γι' αυτό λέμε όχι στα τζαμιά, όχι στα νεοταξικά βιβλία ιστορίας, όχι σημαίες στους μετανάστες, όχι στον διαχωρισμό κράτους - εκκλησίας και απέλαση για τους λαθρομετανάστες. Για κανέναν άλλο λόγο πλην της επιβιώσεώς μας με βάση τις αρχές και τις αξίες, αλλά και τα σύνορα που κληρονομήσαμε και όχι υπό τους όρους της Σχολής της Φρανκφούρτης.

    Παραπομπές
    1) Junge Freiheit. Γερμανική εβδομαδιαία εφημερίδα με τεκμηριωμένες απόψεις διανοουμένων και δημοσιογράφων κατά της παγκοσμιοποίησης και του πολυπολιτισμού.
    2) Paul Edward Gottfried: The Strange Death of Marxism. The European Left in the New Millennium. University of Missouri Press, Columbia und New York 2005.
    3) Max Horkheimer, Theodor Adorno, Herbert Marcuse (v.l.n.r.): Marxismus ohne Wirtschaftsreformen
    4) Kate Millett, "Sexual Politics" (1969)
    5) Ο «Ιός» της Ελευθεροτυπίας.
    6) Ελληνικές Γραμμές - Ενότητα Ισλαμισμός


    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος 4 (Σεπτέμβριος 2007) του μηνιαίου περιοδικού Patria.