Η μαύρη βίβλος του Κομμουνισμού

  • Δημοσιεύτηκε: 02 Νοέμβριος 2001

    Προ ενός έτους είδαμε στις εφημερίδες να διαπομπεύεται ένας διάσημος ιστορικός, ο Ντέιβιντ Ίρβινγκ. Αιτία, ο αναθεωρητισμός αναφορικά στον αριθμό των Εβραίων - θυμάτων του 3ου Ράιχ. Ο Ίρβινγκ, μεταξύ άλλων δεν συμφωνούσε στην ποσότητα και την κατʼ αυτόν μεγαλοποίηση των αριθμών απέδιδε στον εβραϊκό δάκτυλο και δόλο, θεωρώντας ότι η παγκόσμια εβραϊκή κοινότητα εμπορευματοποιούσε τα θύματά της με σκοπό την αποκόμιση οικονομικών αλλά πολύ περισσότερο πολιτικών οφελών. Ο ίδιος εσύρθη σε έναν εξοντωτικό για την υπόληψη αλλά και την περιουσία του δικαστικό αγώνα.

    Όποιος σκοτώσει 10 είναι εξίσου εγκληματίας με εκείνον που θα σκοτώσει 20 ανθρώπους. Η όποια διαφορά δε στο μέγεθος της αποστροφής που προκαλεί ο ένας και ο άλλος μειώνεται στο απειροελάχιστο, όταν ομιλούμε πλέον για εκατομμύρια θυμάτων. Αυτοί λοιπόν που θορυβούνται από το γεγονός ότι εγράφη βιβλίο-απολογισμός αναφερόμενο στα αδιαμφισβήτητα εγκλήματα του Κομμουνισμού και αρκούνται στο μέτρημα πτωμάτων δεν δικαιούνται τύχη ανάλογη με αυτήν του Ίρβινγκ;

    Την Κυριακή, 11 Νοεμβρίου, η δημοσιογραφική ομάδα της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, ο «Ιός», κατόπιν εμφανέστατα πολύμηνης εργασίας μετά αριθμομηχανών, εξετόξευσε τόνους λάσπης στην ομάδα των συγγραφέων του βιβλίου «Η μαύρη βίβλος του Κομμουνισμού», ταυτίζοντας μία εργασία 800 σελίδων, γραμμένη από πρώην αριστερούς και κομμουνιστές καθηγητές πανεπιστημίου, με ψυχροπολεμικό φυλλάδιο.

    Προ του «Ιού» είχαμε ήδη ανατριχιάσει με ορισμένα δημοσιεύματα όπως του Μιχάλη Μητσού στην εφημερίδα «Τα Νέα» (Ιανουάριος 1998). Ο δημοσιογράφος υιοθετούσε άποψη γάλλου ιστορικού, που αφορά στην σύγκριση του Κομμουνισμού με τον Ναζισμό. Ακούσατε ακούσατε: «Τα ναζιστικά στρατόπεδα, όμως, δεν μπορούν να μπουν στο ίδιο «σακί» με τα σοβιετικά γκουλάγκ. Τα πρώτα δημιουργήθηκαν με μοναδικό σκοπό να σκοτώνουν μέσω των θαλάμων αερίων και των φούρνων. Τα δεύτερα αποσκοπούσαν στην απομόνωση των κρατουμένων και στη χρησιμοποίησή τους ως εργατικής δύναμης». Για να επιτελούν το έργο τους ανενόχλητοι δηλαδή!!!

    Ο «Ιός» βέβαια, «διορατικός» ων, θεωρεί ότι το βιβλίο επιδιώκει την «δικαίωση του Ναζισμού». Επειδή ο συντονιστής της εκδόσεως, ιστορικός κ. Κουρτουά υιοθετεί κάποιες απόψεις του Γερμανού αναθεωρητού Νόλτε, καθίσταται και ο ίδιος αυτομάτως αναθεωρητικός. Περίεργο που δεν καθίσταται και Γερμανός. Δεν άντεξαν μάλιστα να μην διακρίνουν και τον Λεπέν, ως νοητό υδατογράφημα στις σελίδες του βιβλίου.

    Ο Στεφάν Κουρτουά και ο Νόλτε όμως δεν είναι οι μόνοι, οι οποίοι έχουν ισχυρισθεί ότι η χιτλερική επίθεση ήταν προληπτικού χαρακτήρος. Όσο για τον «Ιό», το να αναφέρεσαι επικριτικά σε μία επαναστατική άποψη, χωρίς αναφορές στην τεκμηρίωσή της, σε καθιστά άθλιο προπαγανδιστή. Πόσον μάλλον όταν έχουν τεκμηριωθεί σχετικές απόψεις, πολύ πιο «τραβηγμένες». Πολύ παλαιότερα π.χ., ο Βίκτωρ Σουβόροφ, στέλεχος της GRU (σοβιετική αντικατασκοπία), διαφυγών στις ΗΠΑ, είχε εκφράσει αντίστοιχη άποψη, θεωρώντας ότι η διάταξη των σοβιετικών δυνάμεων προ της γερμανικής επιθέσεως στο ανατολικό μέτωπο, κάθε άλλο παρά αμυντική ήταν. Όπως και να το κάνεις, δεν παρατάσσεις στην πρώτη γραμμή αλεξιπτωτιστές, όταν αμύνεσαι.

    Και συνεχίζει ο «Ιός» το λάσπωμα του Κουρτουά: «Ταυτόχρονα, διαρρηγνύει τα ιμάτιά του επειδή η πρόταξη της "μοναδικότητας" της γενοκτονίας των Εβραίων εμπόδισε να αντιληφθούμε κι άλλες πραγματικότητες, παρόμοιας τάξης, στον κομμουνιστικό κόσμο». (σ.61)

    Η μομφή όμως εδώ είναι κατά οποιουδήποτε άλλου πλην των Εβραίων. Οι Εβραίοι, διεκπεραιώνοντας με τον καλύτερο τρόπο την υποχρέωσή τους απέναντι στα θύματά τους, κατέστησαν την εθνική τους μνήμη, παγκόσμιο γεγονός. Δυστυχώς, για τα διάφορα κολοβακτηρίδια της ελληνικής δημοσιογραφίας, οι μοναδικές επιτρεπτές μνήμες είναι εκείνες που αφορούν σφαγείς και όχι σφαγιασθέντες. Όποιος Έλληνας τολμήσει να αποτίσει και τον ελάχιστο φόρο τιμής στους νεκρούς του έθνους του είναι αυτομάτως φασίστας, πατριδοκάπηλος και αντιδημοκράτης. Πολλώ δε μάλλον όταν τα θύματα αφορούν στην περίοδο ʼ44 - 49. Τότε μιλάμε πλέον για εκδηλώσεις μίσους και ντροπής.

    Για τον «Ιό», το να προσδοκείς την τουλάχιστον ίση ιστορική αντιμετώπιση κάποιου συστήματος που εφόνευσε άνω των 80 εκατομμυρίων ανθρώπων, με ένα άλλο - ήδη καταδικασθέν - στο οποίο κατελογίσθησαν 25 εκατομμύρια θάνατοι, σε καθιστά αυτομάτως υπερασπιστή του τελευταίου. Εμείς υπογραμμίζουμε τον απλό συλλογισμό του Jacques Julliard, στην σ.26 της εισαγωγής του Δ.Δημητράκου: «Για ποιο λόγο και ως προς τι, εγκληματίες που επικαλούνται το καλό είναι λιγότερο ένοχοι από εκείνους που επικαλούνται το κακό;» Απάντηση σε αυτό δεν περιμένουμε να λάβουμε, αν και το ερώτημα αφορά και την εγχώριο Αριστερά.

    Η δε απαίτηση για καταδίκη του Κομμουνισμού, ως εγκληματικής ιδεολογίας, ταυτίζεται από τον «Ιό» κατά περίεργο τρόπο με την απαίτηση «για μια νέα δίκη της Νυρεμβέργης που -όπως ζητά εδώ και χρόνια ο Λεπέν- θα θέσει εκτός «κάθε νομιμότητας» όσους αμφισβητούν τον καπιταλισμό!» Όμως ο Λεπέν είχε ζητήσει την καταδίκη του Κομμουνισμού. Με την προπαγανδιστική αυτή μεθοδολογία θα μπορούσε κανείς κάλλιστα να ερμηνεύσει τον κομμουνισμό και ως αμφισβητητή του Ναζισμού και να πει ότι ο Λεπέν είχε ζητήσει μία νέα δίκη της Νυρεμβέργης που θα θέσει εκτός κάθε νομιμότητος όσους αμφισβητούν τον Ναζισμό. Ρε τον Λεπέν τι είπε... Η προσπάθεια χειραγωγήσεως της κοινής γνώμης με τόσο άκομψο τρόπο, δεν μπορεί παρά να είναι ίδιον ανθρώπων που επί δεκαετίες υπερασπίζονταν κομμουνιστικά καθεστώτα σαν και αυτό του Χότζα στην Αλβανία και ως γνωστόν «η γριά μαϊμού δεν μαθαίνει καινούρια κόλπα», όπως είχε γράψει ο Γιώργος Κουλουμβάκης για τον «Ιό» σε παλαιότερο φύλλο μας.

    Και ερχόμαστε στο μέτρημα. Γράφει ο «Ιός»: «Ο τρομακτικός αριθμός των 100 εκατομμυρίων θυμάτων του Κομμουνισμού, που αποτελεί όχι μόνο τη νομιμοποιητική βάση αλλά και το βασικό «κράχτη» του βιβλίου». Αυτό όμως και μόνον αποτελεί εντελώς αυθαίρετη και ατεκμηρίωτη άποψη του «Ιού». Μήπως πρέπει να κάνουμε μία αναφορά στην μεθοδολογία. Να αναφερθούμε για παράδειγμα στα 6.000.000 νεκρούς Ουκρανούς, στις αρχές της δεκαετίας του ʼ30, από έναν εσκεμμένο (!!!) λιμό; Όποιος θέλει, προ της αγοράς του βιβλίου, ας ρίξει και μια ματιά στις φωτογραφίες με τους ανασκολοπισμούς και τα νεκρά παιδάκια. Αυτά δεν είναι κράχτης; Οι αναφορές στην εκπόρνευση των αριστερών διανοουμένων της Δύσεως, δεν είναι κράχτης; Και - εν τέλει - η προσπάθεια αμφισβητήσεως των αδιαμφισβητήτων από μόνη της δεν καθιστά το βιβλίο ανάρπαστο;

    Και συνεχίζει ο «Ιός»: «Πηγή αυτών των αριθμών δεν είναι παρά η γόνιμη φαντασία του ίδιου του επιμελητή της έκδοσης!» Στο σχόλιο αυτό έχουμε να παρατηρήσουμε ότι είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον και διασκεδαστικό να βλέπουμε τον «Ιό» να αναλαμβάνει τον «αρνητιστικό» και αναθεωρητικό ρόλο του Ντέιβιντ Ίρβινγκ του Κομμουνισμού, να απολογείται για τα εγκλήματα, να αναψηλαφεί αριθμούς και οι νεκροί να του βγαίνουν λιγότεροι. Κάποιος έπρεπε να το κάνει κι αυτό. Μήπως είναι βαλτοί; Κάποιον λάκκο έχει η φάβα ε; Μήπως τελικά - και θα ήταν απολύτως σεβαστό αυτό - οι κύριοι αυτοί, όπως και πολλοί άλλοι, εθελοτυφλούν στην διαπίστωση ότι πολλοί από τους θεωρητικούς ινστρούκτορές τους, τα έπαιρναν; Αυτό θα μας το απαντήσουν, όταν ύστερα από μερικά χρόνια τους δούμε κάπου αλλού.

    Το χειρότερο βέβαια, για την ώρα, είναι ότι το βιβλίο εξεδόθη. Και για του λόγου το αληθές, αναδημοσιεύουμε απόσπασμα επιστολής του προέδρου της Ενώσεως Συντακτών Περιοδικού Τύπου Θανάση Παπανδρόπουλου, δημοσιευθείσης σε άρθρο του Ευρωβουλευτού Γιάννη Μαρίνου, στο «Βήμα» της 13ης Αυγούστου 2000: «Με πρωτοβουλία του Ελληνοτσέχου, αλλά Γάλλου σήμερα, καθηγητή του Πανεπιστημίου της Λίλλης Ηλία Γιαννακάκη ο οίκος Laffont μού ανέθεσε να βρω για την Ελλάδα εκδοτικό οίκο που θα ενδιαφερόταν να εκδώσει το βιβλίο και στα ελληνικά. Ήλθα σε επαφή με τέσσερις μεγάλους ελληνικούς εκδοτικούς οίκους, οι οποίοι απέρριψαν την πρόταση μετά μεγάλης αποστροφής. Ένας πέμπτος, μικρότερος, δέχθηκε την προσφορά υπό τον όρο ότι το βιβλίο θα έβγαινε λογοκριμένο και κυρίως χωρίς τις ανατριχιαστικές φωτογραφίες που περιέχει. Ένας άλλος εκδοτικός οίκος έκανε την ίδια πρόταση ζητώντας επιπλέον της προηγούμενης λογοκρισίας να σχολιάσει προλογικά το εν λόγω βιβλίο και ο κ. Χαρίλαος Φλωράκης για λόγους ισορροπίας!»

    Γράφει επίσης ο «Ιός»: «Τι μαθαίνουν οι αναγνώστες της «Μαύρης Βίβλου» για τα «εγκλήματα του Κομμουνισμού» στην Ελλάδα; Περίπου ό,τι και οι θεατές της χουντικής ΥΕΝΕΔ!» Αφού υπενθυμίσουμε ότι την Μαύρη Βίβλο την έγραψαν πρώην αριστεροί ας μην μας διαφύγει και μία άλλη λεπτομέρεια: Ο Ήλιος Γιαννακάκης, συγγραφέας του κεφαλαίου που αφορά την Ελλάδα, ήταν από τους ιδρυτές του Κομμουνιστικού Κόμματος Αιγύπτου, συμμετείχε ενεργά στο πλευρό των κομμουνιστών ανταρτών στον συμμοριτοπόλεμο και βρέθηκε ως πολιτικός πρόσφυγας στην Τσεχία. Είναι βέβαιο δε ότι δεν θα ήταν και πολύ αρεστός στην ΥΕΝΕΔ.

    Και προσθέτει ο «Ιός»: «Βασικό έργο αναφοράς αποτελεί το βιβλίο "Φωτιά και τσεκούρι"». Ακόμη όμως και αν δεχόταν κανείς τα όσα καταμαρτυρούνται εις βάρος του βιβλίου του Αβέρωφ, μοναδικής πηγής κατά τον «Ιό» - ας υπάρχουν 40 περίπου διαφορετικές παραπομπές για το ελληνικό μέρος - αυτό που θα έπρεπε να απασχολήσει τον «Ιό» είναι η έλλειψις άλλων αξιοπίστων πηγών από την ελληνική βιβλιογραφία σχετικά με την περίοδο του συμμοριτοπολέμου. 20 χρόνια εξουσίας δεν ήταν φαίνεται αρκετά για να αποκατασταθούν τα «κενά».

    Αυτό δεν το λέμε μόνο εμείς. Ο συγγραφέας Τάκης Θεοδωρόπουλος σε άρθρο του στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» (02.01.98) με τίτλο «Απωθημένη αυτογνωσία», με αφορμή την έκδοση της Μαύρης Βίβλου στη Γαλλία ταυτόχρονα με την έκδοση πλείστων βιογραφιών του Βελουχιώτη στην Ελλάδα, προβληματιζόμενος για την έλλειψη εμπεριστατωμένων ιστορικών αναφορών σχετικά με τον συμμοριτοπόλεμο και την μετεμφυλιακή Ελλάδα μέχρι την μεταπολίτευση, γράφει μεταξύ άλλων: «Ας μην κατηγορούμε, λοιπόν, τους σημερινούς εικοσάρηδες ή τριαντάρηδες, όταν διάφοροι περισπούδαστοι ρεπόρτερ τούς σταματούν στον δρόμο, για να τους ανακρίνουν και να διαπιστώσουν ότι δεν ξέρουν τι τους γίνεται και ότι γι\' αυτούς η 21η Απριλίου, ο Δεκέμβρης του \'44 και η Ναυμαχία της Σαλαμίνας ανήκουν πάνω - κάτω στην ίδια περιοχή του κόσμου. Ας μην τους κατηγορούμε, όταν εμείς οι ίδιοι δεν μπορούμε να παράσχουμε εις εαυτούς την στοιχειώδη γνώση της Ιστορίας, που λίγο ως πολύ έχουμε ζήσει, όταν εμείς οι ίδιοι προτιμούμε την ασφάλεια της συγκατάβασης και τη θαλπωρή των επετειακών λόγων από τη δίνη και την αμφισβήτηση του ιστορικού λόγου».

    Το βιβλίο αυτό είναι πολύ επίκαιρο γιατί καταγράφει το πώς ένα σύστημα εκμεταλλεύεται τα οράματα για μια καλύτερη κοινωνία που όλοι εποφθαλμιούμε, πατώντας πάνω στην ευθυνοφοβία και τον φόβο για ελευθερία του μέσου ανθρώπου. Για τον κομμουνισμό «ήταν πάντοτε εκείνοι που αποφάσιζαν» (σ. 52) και αυτό κάτι μας θυμίζει. Ίσως όμως είναι και ένα καλό ερέθισμα, μήπως και κάποιος ευλογημένος ακαδημαϊκός σʼ αυτόν τον τόπο, αποφασίσει να κοιτάξει την ιστορία κατάματα και ένας μεγάλος εκδοτικός οίκος τολμήσει να αντέξει το βάρος και τις πιέσεις των δεσμοφυλάκων του πνεύματος και των λοιπών αστυνόμων της ιδεολογίας. Για την ώρα βέβαια αυτό το τελευταίο αποτελεί όνειρο λευκής νυκτός...