Η φανερή εμπάθεια του Ψαρρά: η δημοσιογραφική καθίζηση της ελληνικής Ακροαριστεράς

  • Δημοσιεύτηκε: 30 Ιούνιος 2010

    Την αποκάλυψη του «κρυφού χεριού» του Καρατζαφέρη υπόσχεται ο τίτλος του νέου βιβλίου του μέλους της ομάδας του «Ιού» Δημήτρη Ψαρρά (1). Για τον ανυποψίαστο αναγνώστη το βιβλίο αποτελεί μία απογοήτευση καθώς ο Ψαρράς απλά αναπαράγει πρόσφατη και παλαιότερη αρθρογραφία του «Ιού» για το θέμα χωρίς να προσθέτει κάτι το πραγματικά καινούργιο. Γι' αυτό και δεν προκαλεί εντύπωση ότι το βιβλίο «μαστίζεται» από όλα τα αρνητικά χαρακτηριστικά της δημοσιογραφίας του «Ιού»: επιλεκτική χρήση των πηγών, παράλειψη πηγών, επιφανειακή ανάλυση και ανακριβής παράθεση στοιχείων προκειμένου να «αποδειχθεί» το επιδιωκόμενο.

    Τα αρνητικά αυτά χαρακτηριστικά γίνονται άμεσα αντιληπτά από την πρώτη κιόλας σελίδα καθώς ο ΛΑ.Ο.Σ τοποθετείται εκτός «συνταγματικού τόξου» και χαρακτηρίζεται ως «Ακροδεξιά», χωρίς όμως να έχει προηγουμένως ορισθεί η «Ακροδεξιά» και χωρίς να γίνεται σαφές βάσει ποιών κριτηρίων αποδίδεται αυτός ο χαρακτηρισμός. Η ανυπαρξία ορισμού της «Ακροδεξιάς» δεν είναι τυχαία καθώς έτσι δίνεται η δυνατότητα στον συγγραφέα να τοποθετεί σε αυτήν οποιοδήποτε κόμμα ή πολιτική κίνηση επιθυμεί χωρίς να χρειαστεί να το στοιχειοθετήσει. Αυτό φαίνεται να το αντιλαμβάνεται στο τέλος και ο ίδιος ο Ψαρράς καθώς επιχειρεί με προχειρότητα, μετά από 214 σελίδες, να ορίσει την «Ακροδεξιά» και να σχολιάσει άλλους όρους.

    «Ακροδεξιά»: ένα όνομα για όλους

    Η επιμονή της εγχώριας κατεστημένης δημοσιογραφικής και πανεπιστημιακής ελίτ στην χρήση του όρου «Ακροδεξιά» προκειμένου να περιγράψει και να χαρακτηρίσει όλα τα κόμματα τα οποία κινήθηκαν στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας από την μεταπολίτευση και μετά στερείται ουσιαστικού περιεχομένου και αναλυτικής αξίας καθώς οδηγεί στην «ταύτισή» τους, παραβλέποντας υπαρκτές, σαφείς και σημαντικές ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές μεταξύ αυτών των κομμάτων.

    Για παράδειγμα ως «ακροδεξιό» χαρακτηρίζεται και το Κόμμα Προοδευτικών, και η ΕΠΕΝ, και το ΕΝΕΚ, και το Ελληνικό Μέτωπο, και ο ΛΑ.Ο.Σ. παραβλέποντας το ότι κάποια από αυτά τα κόμματα δήλωναν εθνικιστικά και κάποια άλλα όχι, ότι κάποια δήλωναν αντιδημοκρατικά και κάποια άλλα όχι κ.λπ. Το γεγονός αυτό δεν βοηθά την επιστημονική κατανόηση και εξέτασή τους, καθώς συσκοτίζει τις μεταξύ τους διαφορές. Είναι όμως πολιτικά χρήσιμο για τους ιδεολογικούς και πολιτικούς τους αντιπάλους καθώς έτσι μπορούν να προσπαθήσουν να πλήξουν πολιτικά κάποια από τα κόμματα αυτά, παρουσιάζοντάς τα ως «ακραία» - δηλαδή είτε ως εμφορούμενα από «ακραίες» απόψεις, είτε ως τασσόμενα υπέρ της βίας και ως επιβουλευόμενα την δημοκρατία.

    Αξίζει να σημειωθεί ότι ξένοι πανεπιστημιακοί που χρησιμοποιούν τον όρο «Άκρα Δεξιά», αντιλαμβανόμενοι τις προαναφερθείσες ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές, διαχωρίζουν τα κόμματα αυτά σε υποομάδες. Π.χ. ο Ignazi και ο Mudde διακρίνουν δύο υποκατηγορίες, ενώ η Carter διακρίνει πέντε υποκατηγορίες (2). Στην χώρα μας τόσο οι πανεπιστημιακοί, όσο και οι δημοσιογράφοι αποφεύγουν κάτι αντίστοιχο.

    Η γενικευτική χρήση του όρου «Ακροδεξιά» για την περιγραφή ενός σύνθετου, ετερογενούς και σε κάποιες περιπτώσεις «ρευστού» πολιτικού φαινομένου - την οποία εφαρμόζει και ο Ψαρράς - έχει σχολιασθεί επιτυχώς από τον Γάλλο φιλόσοφο Pierre-Andre Taguieff (3) ο οποίος επισημαίνει ότι «από το 1979-1980, ο όρος «Άκρα Δεξιά» μου φαινόταν μία ετικέτα άκρως συζητήσιμη, ένα είδος αποθήκης όπου ρίχνουμε όλες τις Δεξιές που κρίνουμε ανάξιες σεβασμού, και κυρίως μία πολεμική κατηγορία, χρήσιμη ίσως για την πολιτική αντιπαράθεση, αλλά τελείως δυσλειτουργική για την επιστημονική οπτική» (σελ. 760).

    Το αδιέξοδο αυτό γίνεται εμφανές κατά την ανάγνωση του βιβλίου καθώς ο ίδιος ο Ψαρράς αναγκάζεται να κάνει χρήση διάφορων όρων όπως «ευρύτερη Δεξιά» (σελ. 16), «παραδοσιακή Ακροδεξιά» (σελ. 16), «φιλοβασιλική Ακροδεξιά» (σελ. 44), «σκληρή Δεξιά» (σελ. 48), «δυνάμεις της Δεξιάς (μαζί και της Ακροδεξιάς)» (σελ. 51), «πιο σκληρή Ακροδεξιά» (σελ. 80), «νεοναζιστές» (σελ. 80), «ναζιστές» (σελ.82), «παραδοσιακή εξτρεμιστική Δεξιά» (σελ. 129), «ακροδεξιά λαϊκιστικά μορφώματα» (σελ. 153), «ρατσιστική και φιλοχουντική Ακροδεξιά» (σελ. 172), «άκρα και φιλοβασιλική Δεξιά» (σελ. 188), χωρίς όμως να προχωρήσει σε επακριβή ορισμό τους και να περιγράψει τα κοινά αλλά και τα διαφοροποιητικά τους στοιχεία. Ο αναγνώστης αφήνεται μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα όρων να βρει την άκρη μόνος του.

    Η θεωρία του Ψαρρά

    Ο Ψαρράς υποστηρίζει ότι ο ΛΑ.Ο.Σ «είναι κατεξοχήν δημιούργημα της τηλεόρασης και από το πρωί ως το βράδυ κυριαρχεί σε δελτία ειδήσεων, εκπομπές λόγου, τηλεπαιχνίδια, ριάλιτι και μεσημεριανάδικα» (σελ. 12). Ο πρόεδρος και τα στελέχη του ΛΑ.Ο.Σ ακολουθούν μία «διπλή στρατηγική» με το να τηρούν «μία μετριοπαθή στάση όταν απευθύνονται στο εθνικό ακροατήριο και να σκληραίνουν όταν μιλούν στους «δικούς τους»» (σελ. 12). Ο Ψαρράς υποστηρίζει ότι η ακροδεξιά φυσιογνωμία του κόμματος συγκαλύπτεται καθώς «οι βουλευτές του ΛΑΟΣ κρατούν στη Βουλή και στα τηλεοπτικά παράθυρα των μεγάλων καναλιών μία στάση μέσου συντηρητικού πολιτικού» (σελ. 13), ενώ, από την άλλη, «φυλάνε για τις εκπομπές του Τηλεάστυ την ανάπτυξη όλης της ακροδεξιάς ατζέντας και τη χρήση των γνωστών ρατσιστικών, αντισημιτικών ακόμα και εθνικοσοσιαλιστικών στερεοτύπων» (σελ. 13). Ο Ψαρράς παραδέχεται ότι οι εκπομπές στο Τηλεάστυ έχουν «μικρή θεαματικότητα» (σελ. 14), αλλά θεωρεί ότι «σ' αυτές τις εκπομπές του κομματικού τους καναλιού και την εσωτερική διαφώτιση που ασκούν τα στελέχη του κόμματος αυτού βρίσκεται το κλειδί της όποιας απήχησης του ΛΑΟΣ στην ελληνική κοινωνία» (σελ. 15-16).

    Η θεωρία αυτή δεν τυγχάνει καμίας τεκμηρίωσης παρά τις 280 σελίδες του βιβλίου. Η προσπάθεια περιγραφής της «πραγματικής» ιδεολογίας του προέδρου του ΛΑ.Ο.Σ και των στελεχών του γίνεται με την παράθεση αποσπασμάτων κυρίως από τηλεοπτικές τους εμφανίσεις στο Τηλεάστυ και σε πολύ μικρό βαθμό από άρθρα της κομματικής εφημερίδας «Άλφα Ένα». Όμως δεν γίνεται καμμία περιγραφή της μεθοδολογίας συλλογής των στοιχείων προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι το δείγμα των παρατιθέμενων αποσπασμάτων είναι αντιπροσωπευτικό και αμερόληπτο, ούτε αναφέρεται ο τρόπος ανάλυσής του. Προφανώς τέτοιοι προβληματισμοί ουδόλως απασχόλησαν τον Ψαρρά, ο οποίος ήθελε απλά να κάνει μία δημοσιογραφική δουλειά προδιαγραφών «Ιού» και όχι μία συστηματική και επιστημονικά επαρκή μελέτη.

    Αξίζει να σημειωθεί ότι η απλή παράθεση επιλεγμένων αποσπασμάτων από ομιλίες, κείμενα ή συνεντεύξεις είναι επιστημονικά ανεπαρκής για τον εντοπισμό κομματικών ιδεολογικών αρχών και θεωρείται στην καλύτερη περίπτωση ως απλά ενδεικτική. Μάλιστα εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ο Ψαρράς, ο οποίος επικαλείται στο βιβλίο του την τελευταία εργασία του αναπληρωτή καθηγητή του Πανεπιστημίου της Αμβέρσας Cas Mudde (4), αγνοεί την αρνητική στάση του τελευταίου απέναντι στο ότι «πολύ συχνά (νέα) κόμματα απλά κατηγοριοποιούνται στην βάση του «κοινού νου» υποστηριζόμενου από ένα πασάλειμμα από ειδικά επιλεγμένα αποσπάσματα φράσεων» (σελ. 294) - αυτό που κάνει δηλαδή ο Ψαρράς. Η παράλειψη αυτή δείχνει ή ότι ο Ψαρράς στην πραγματικότητα δεν έχει διαβάσει το βιβλίο του Mudde (στο οποίο όμως παραπέμπει), ή το έχει διαβάσει αλλά σκοπίμως αποσιωπά ό,τι δεν τον εξυπηρετεί.

    Αν ήθελε κάποιος να κάνει μία σοβαρή μελέτη για την ιδεολογία του προέδρου του ΛΑ.Ο.Σ όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τις τηλεοπτικές εκπομπές του στο Τηλεάστυ θα έπρεπε να διερευνήσει είτε το σύνολο των εκπομπών αυτών για μία επαρκή χρονική περίοδο (π.χ. ένα εξάμηνο), είτε ένα αντιπροσωπευτικό, αλλά τυχαία επιλεγμένο δείγμα τους. Έτσι θα εντόπιζε το σύνολο των θεμάτων με τα οποία ασχολείται ο Καρατζαφέρης από την εκπομπή του, την τοποθέτησή του επί των θεμάτων αυτών καθώς και το σκεπτικό πίσω από αυτήν. Με τον τρόπο αυτόν θα διαπιστωνόταν το ποιά θέματα αποτελούν προτεραιότητά του αλλά και ποιες ιδεολογικές αρχές αποτελούν κύριες συνιστώσες της ιδεολογίας του και ποιές είναι δευτερεύουσες ή τριτεύουσες. Αυτό που κάνει ο Ψαρράς είναι απλά να επιλέξει τα αποσπάσματα που τον εξυπηρετούν από ένα σύνολο εκατοντάδων εκπομπών οι οποίες έλαβαν χώρα εντός δύο δεκαετιών.

    Επιπλέον, στις 280 σελίδες του βιβλίου, δεν γίνεται καμμία παράθεση ποσοτικών, αλλά και ποιοτικών στοιχείων της παρουσίασης των κομμάτων από τους τηλεοπτικούς σταθμούς. Είναι ακατανόητο το πώς ο Ψαρράς προσπαθεί να παρουσιάσει τον ΛΑ.Ο.Σ. ως επί της ουσίας τηλεοπτικό δημιούργημα χωρίς να υποστηρίζει αυτή την άποψή του με στοιχεία. Ίσως την απάντηση να την δίνει το γεγονός ότι σχετικά στοιχεία που είναι διαθέσιμα (5) δείχνουν ότι γενικά η προβολή του ΛΑ.Ο.Σ. από τα κεντρικά δελτία ειδήσεων είναι χαμηλότερη από εκείνη του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ και επομένως, το κομμάτι αυτό της θεωρίας του Ψαρρά φαίνεται ότι είναι αστήρικτο. Αλλά, ακόμα και η αυξημένη τηλεοπτική προβολή δεν συνεπάγεται απαραίτητα και αυξημένη εκλογική επιρροή, όπως δείχνει η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ. Τέλος, θα έπρεπε να γνωρίζει ο Ψαρράς ότι οι μελέτες περί της επίδρασης των ΜΜΕ στην εκλογική συμπεριφορά δεν μπορούν να οδηγήσουν εύκολα σε ασφαλή συμπεράσματα καθώς τα μηνύματα και οι επιρροές που δέχεται ο πολίτης-ψηφοφόρος - ειδικά κατά την προεκλογική περίοδο - είναι τόσες ώστε να είναι πολύ δύσκολο να απομονωθεί και να στοιχειοθετηθεί η επίδραση ενός συγκεκριμένου μηνύματος ή ενός συγκεκριμένου μέσου.

    Παραλείψεις και αντιφάσεις

    Ο Ψαρράς χαρακτηρίζει ευθέως τον γράφοντα ως «απολογητή της πολιτικής του κόμματος [του ΛΑ.Ο.Σ.]» (σελ. 17). Πώς γίνεται όμως να είμαι απολογητής ενός κόμματος όταν το 2003-2004 - οπότε και έκανα την σχετική μελέτη μου η οποία δημοσιεύθηκε στα τέλη Μαρτίου του 2005 - ήμουν μέλος άλλου πολιτικού κόμματος (Ελληνικό Μέτωπο), αυτό μόνο ο Ψαρράς μπορεί να το εξηγήσει. Πάντως, προς το τέλος του βιβλίου με «προβιβάζει» σε «σύγχρονο απολογητή του πολιτικού ρεύματος [της Ακροδεξιάς]» (σελ. 215). Το επιχείρημά του είναι το ότι για την μελέτη μου χρησιμοποίησα μόνο την ιδεολογική διακήρυξη και τα πολιτικά προγράμματα του ΛΑ.Ο.Σ. και όχι αποσπάσματα από τις τηλεοπτικές εκπομπές του προέδρου του κόμματος. Γι' αυτό, κατά τον Ψαρρά, η μέθοδος που ακολούθησα είναι «αναξιόπιστη» καθώς έτσι «αποσιώπησα» την πραγματική εικόνα του κόμματος και έκανα μία παραπλανητική προσέγγιση (σελ. 17).

    Η κριτική αυτή είναι έωλη καθώς ο Ψαρράς εμφανίζεται να μην έχει καν καταλάβει το βασικό εύρημα της μελέτης μου (6). Όταν λοιπόν δεν έχει καταλάβει κάτι το οποίο εκφράζεται σαφώς μέσα στο βιβλίο μου και αναλύεται επί πέντε σελίδες, πώς αντιλήφθηκε πολυπλοκότερα θέματα που αφορούν την ερευνητική μεθοδολογία; Πιο συγκεκριμένα ο Ψαρράς γράφει «σύμφωνα με την κατάταξη που προτείνει ο Κολοβός, μόνο η ΕΠΕΝ και το ΕΝΕΚ κατηγοριοποιούνται ως κόμματα της Άκρας Δεξιάς, ενώ όλα τα άλλα μορφώματα της μεταπολίτευσης προβιβάζονται σε «Ριζοσπαστική Δεξιά»» (σελ. 218). Αυτό είναι ανακριβές καθώς στην σελίδα 116 του βιβλίου μου αναφέρω: «Η ανάλυση καταδεικνύει ότι τα εν λόγω κόμματα [Εθνική Δημοκρατική Ένωσις, Εθνική Παράταξις και Κόμμα Προοδευτικών] εσφαλμένως χαρακτηρίστηκαν στην επιστημονική βιβλιογραφία ως «ακροδεξιά» κόμματα. Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, ο χαρακτηρισμός τους ως κομμάτων της ‘παραδοσιακής Δεξιάς' φαίνεται πιο ορθός». Κατά τα λοιπά, βάσει των ευρημάτων της μελέτης μου, ακροδεξιά κόμματα χαρακτηρίζονται όντως η ΕΠΕΝ και το ΕΝΕΚ και ως κόμματα της Ριζοσπαστικής Δεξιάς χαρακτηρίζονται τα κόμματα που εμφανίσθηκαν από το 1990 και μετά (δες και την σχετική ανάλυση στις σελίδες 116-120 του βιβλίου μου). Η ανακριβέστατη αυτή αναφορά του Ψαρρά θα πρέπει να βάλει σε σκέψεις τον κάθε καλόπιστο αναγνώστη είτε για την προσοχή με την οποία διαβάζει τις μελέτες τις οποίες προσπαθεί να αντικρούσει, είτε για την αντιληπτική του ικανότητα, είτε για την αντικειμενικότητα και την τιμιότητα με την οποία μεταχειρίζεται ευρήματα τα οποία δεν ταιριάζουν με τις απόψεις του.

    Η δική μου μελέτη ανέλυσε ιδεολογικά τα δεκατέσσερα κόμματα που από το 1974 μέχρι το 2004 κατέγραψαν κάποια εκλογική παρουσία στην χώρα μας και είχαν (ορθά ή όχι) χαρακτηρισθεί ως κόμματα της «Άκρας Δεξιάς». Προκειμένου να έχει ουσία μία τέτοια συγκριτική ανάλυση έπρεπε να επικεντρωθεί στον μέγιστο κοινό παρονομαστή ομοειδών στοιχείων τα οποία θα μπορούσαν να ευρεθούν για κάθε ένα από αυτά τα κόμματα και να έχουν και κάποια ουσιαστική βαρύτητα. Για παράδειγμα, η σύγκριση της ιδεολογικής διακήρυξης ενός κόμματος, με τις προεκλογικές ομιλίες του αρχηγού ενός άλλου κόμματος και με τις τηλεοπτικές συνεντεύξεις στελεχών ενός τρίτου κόμματος ενέχει σοβαρές μεθοδολογικές αδυναμίες και κινδύνους. Τα κοινά στοιχεία ήταν τα πολιτικά τους προγράμματα και οι ιδεολογικές τους διακηρύξεις - αυτά τα στοιχεία δηλαδή που περιγράφουν την επίσημη ιδεολογία κάθε κόμματος. Ο συγκεκριμένος μάλιστα «περιορισμός» της μελέτης αναφέρεται ξεκάθαρα στο βιβλίο μου (σελ. 27-28) και υποστηρίζεται και αναλύεται πλήρως στο σχετικό κεφάλαιο της διατριβής μου.

    Η αρτιότητα της μελέτης μου καταδεικνύεται από το γεγονός ότι επιβραβεύθηκε με διάκριση από το Πανεπιστήμιο του Sheffield στο οποίο υποβλήθηκε. Επιπλέον, την επιβράβευσε στην πράξη ο ίδιος ο καθηγητής Mudde καθώς παραπέμπει σε εκείνη επανειλημμένως στο τελευταίο του βιβλίο (4). Μάλιστα ο Ψαρράς παραβλέπει την αναφορά του Mudde ότι «λίγοι συγγραφείς ορίζουν το θέμα τους προσφέροντας έναν ξεκάθαρο και σαφή ορισμό και καταδεικνύοντας ότι τα υπό μελέτη κόμματα επίσης πληρούν αυτόν τον ορισμό (δες Kolovos 2003, Mudde 1995b)» (σελ. 12). Παραλείπει ακόμα να αναφέρει ότι ο Mudde ευθέως αποδέχεται την μεθοδολογία μου καθώς υπογραμμίζει: «Μόνο το κόμμα μπορεί πραγματικά να εκπροσωπήσει τον εαυτό του, και το κάνει μέσω των επίσημων κομματικών εντύπων. Πράγματι, οι (λίγοι) συγγραφείς που έχουν αναλύσει τις κομματικές ιδεολογίες των λαϊκιστικών ριζοσπαστικών δεξιών κομμάτων το έχουν αναγνωρίσει αυτό και έχουν γενικά εστιάσει στα κομματικά έντυπα ως την καθοριστική φωνή του κόμματος παρά στον περιορισμό του κόμματος στην ηγεσία του, στους ψηφοφόρους ή στο εκλογικό σώμα (π.χ. Kolovos 2003, Ivaldi & Swyngedouw 2001; Mudde 2000a, 1995b)» (σελ. 38). Και συνεχίζει ο Mudde επισημαίνοντας: «Ενώ η ποιοτική ανάλυση περιεχομένου ενός ευρέως φάσματος κομματικών εντύπων είναι αναμφισβήτητα επίπονη, αρκετές μελέτες έχουν δείξει ότι μπορεί να δημιουργήσει αναλύσεις που είναι χρήσιμες στην συγκριτική μελέτη των πολιτικών κομμάτων (π.χ. De Raad 2005, Kolovos 2005, 2003, Mudde 2000a, Jungerstam 1995)» (σελ. 39).

    Τέλος, ο επίκουρος καθηγητής στο Κολλέγιο του Τιμίου Σταυρού στην Μασσαχουσέτη Αντώνης Έλληνας (7), τις μελέτες του οποίου παρουσίασε με θετικά λόγια ο «Ιός» (Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 14/3/2010), θεωρεί την μελέτη μου ως «μία αξιοσημείωτη εξαίρεση» (σελ. 128) στην ανυπαρξία συγκριτικών μελετών αυτών των κομμάτων της Ελλάδας με τα αντίστοιχα της Δυτικής Ευρώπης. Προφανώς, κατά τον Ψαρρά, όλοι οι προαναφερθέντες καθηγητές κάνουν λάθος!

    Πάντως, ο Ψαρράς αντιφάσκει καθώς ουσιαστικά επαναλαμβάνει όσα είχε γράψει ο «Ιός» (Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 21/6/2009) ο οποίος χαρακτήρισε την μελέτη μου ως «στρατευμένο σύγγραμμα του χώρου». Όμως, σε παλαιότερο δημοσίευμά του «Ιού» (Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 26/2/2006) η ίδια μελέτη είχε χαρακτηρισθεί ως «προσπάθεια ψύχραιμης επιστημονικής καταγραφής της σύγχρονης νεοελληνικής Ακροδεξιάς». Μάλιστα, στο σχόλιο του «Ιού» του 2006 είχε θεωρηθεί ως αδυναμία της μελέτης μου το ότι δεν ασχολήθηκα με την δράση των υπό ανάλυση κομμάτων, ενώ το 2009 υποστηρίχθηκε ότι θα έπρεπε να ασχοληθώ με την τηλεοπτική παρουσία τους. Πότε είχαν δίκιο ο «Ιός» και ο Ψαρράς; Το 2006 ή το 2009;

    Ο Ψαρράς πέφτει και σε μία άλλη αντίφαση καθώς τελικά παραδέχεται ότι «τα επίσημα [κομματικά] ντοκουμέντα δεν παύουν να μαρτυρούν πολλά για το χαρακτήρα του κόμματος» (σελ. 173). Μάλιστα, επιχειρεί και ο ίδιος μία ανάλυση των πολιτικών προγραμμάτων του ΛΑ.Ο.Σ. Όμως, η προσπάθειά του αυτή είναι τραγικά ανεπιτυχής γιατί το μόνο πολιτικό πρόγραμμα που φαίνεται να διαθέτει είναι αυτό που δημοσιοποιήθηκε πριν από τις βουλευτικές εκλογές του 2007 (8). Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι είναι το μόνο για το οποίο ο Ψαρράς παρέχει συγκεκριμένες παραπομπές σε σελίδες για τα αποσπάσματα που παραθέτει. Άλλες αναφορές στην ιδρυτική διακήρυξη του κόμματος και στο πρόγραμμα του 2004 είναι πολύ περιορισμένες και γίνονται χωρίς καμμία παραπομπή σε συγκεκριμένη σελίδα, πράγμα που δείχνει ότι ο Ψαρράς προσπαθεί να κρίνει κείμενα τα οποία δεν έχει ολοκληρωμένα στα χέρια του αλλά βασίζεται σε ό,τι αποσπάσματα βρίσκει από κάποιες - μη κατονομαζόμενες- δευτερογενείς πηγές. Αναπόφευκτα, λοιπόν, και οι παραπομπές του αυτές είναι εικονικές (παραπομπές 27 και 28 στις σελίδες 185 και 186 αντιστοίχως).

    Απορία προκαλεί το ότι, ενώ ο Ψαρράς γράφει το 2010, δεν κάνει καμμία αναφορά στο πρόγραμμα του κόμματος το οποίο προέκυψε από το 4ο Τακτικό Συνέδριο (9) τον Ιούλιο του 2009. Αποκλείεται να μην γνώριζε την ύπαρξη του σχετικού κειμένου καθώς κάνει αναφορά στο συνέδριο αυτό στην σελίδα 169 του βιβλίου του! Ο Ψαρράς δηλαδή επιχειρεί να αξιοποιήσει τα επίσημα πολιτικά ντοκουμέντα χωρίς να τα έχει καν ολοκληρωμένα αλλά, ταυτοχρόνως, παραλείπει να αναφέρει το πιο πρόσφατο, επικεντρώνοντας μόνο σε όποιο επίσημο υλικό ήταν διαθέσιμο διαδικτυακά. Όμως, η σοβαρή επιστημονική έρευνα - όπως και η δημοσιογραφική - δεν μπορεί να βασίζεται στην οκνηρία και στις εύκολες λύσεις που προσφέρει το διαδίκτυο.

    Ριζοσπαστική Δεξιά

    Ο Ψαρράς υποστηρίζει ότι η χρήση του όρου «Ριζοσπαστική Δεξιά» για την κατηγοριοποίηση κομμάτων όπως ο ΛΑ.Ο.Σ γίνεται από τον γράφοντα «προκειμένου να αποκρουσθεί ο κακόφημος (για τα ελληνικά μεταδικτατορικά δεδομένα) όρος «Άκρα Δεξιά»» (σελ. 217), ενώ θεωρεί ότι τα επιχειρήματα του γράφοντος υπέρ της χρήσης του όρου αυτού «είναι υπονομευμένα» γιατί το βιβλίο μου προλόγισαν ο Δημήτρης Δημόπουλος, ο Άδωνις Γεωργιάδης και ο Μάκης Βορίδης. Η συλλογιστική αυτή υπεκφεύγει καθώς δεν απαντά στα παρατιθέμενα στοιχεία και στα επιχειρήματα της μελέτης μου, αλλά ασχολείται με το ποιος ... την προλόγισε! Δηλαδή, αν τον πρόλογο του βιβλίου μου τον είχε γράψει κάποιος άλλος (π.χ. ο Ψαρράς) τότε τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα θα ήταν αποδεκτά!

    Η υιοθέτηση και εισαγωγή του όρου «Ριζοσπαστική Δεξιά» και στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα αποτελεί απλή εφαρμογή της σύγχρονης πολιτικής επιστήμης καθώς ο όρος αυτός είναι πλέον ευρύτατα διαδεδομένος στην σχετική επιστημονική βιβλιογραφία και υποσκελίζει τον όρο «Άκρα Δεξιά». Για παράδειγμα τον όρο αυτόν έχουν υιοθετήσει ο Kitschelt (10), ο Minkenberg (11), η Givens (12), η Norris (13) και η Williams (14) ενώ άλλοι (π.χ. ο Betz (15) και - πλέον - ο Mudde (4)) κάνουν λόγο για «ριζοσπαστικό δεξιό λαϊκισμό» και για «λαϊκιστική Ριζοσπαστική Δεξιά».

    Επιπλέον, ο Ψαρράς ταυτίζει τον όρο «ριζοσπάστης» με τον όρο «ακραίος» (σελ. 12 και 129). Προφανώς αγνοεί ότι τα κόμματα της Ριζοσπαστικής Δεξιάς θεωρούνται ως μετριοπαθή συγκρινόμενα με εκείνα της Άκρας Δεξιάς γιατί δεν χαρακτηρίζονται από αντιδημοκρατικότητα (16). Μάλιστα, διαπραγματευόμενος το συγκεκριμένο θέμα ο Ψαρράς εκτίθεται ανεπανόρθωτα για μία ακόμα φορά. Συγκεκριμένα, γράφει ότι ο όρος «Ριζοσπαστική Δεξιά» «χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει την παράδοση της αντεπαναστατικής σχολής σκέψης από τον Ζοζέφ ντε Μαίστρ έως τον Τζούλιους Έβολα, η οποία ενέπνευσε σε οργανωμένες ομάδες πολιτικές που συμπεριλάμβαναν τη χρήση βίας ακόμα και την ανοιχτή τρομοκρατική δράση» (σελ. 217-218). Για την άποψή του αυτή ο Ψαρράς παραπέμπει στην σελίδα 28 του βιβλίου του Paul Hainsworth (17). Όμως στην συγκεκριμένη σελίδα δεν υπάρχει καμμία σχετική αναφορά, ενώ, με βάση το ευρετήριο του ίδιου βιβλίου, δεν γίνεται αναφορά ούτε στον ντε Μαίστρ, ούτε στον Έβολα σε κανένα σημείο! Πρόκειται περί μίας ανύπαρκτης παραπομπής!

    Εν κατακλείδι

    Το βιβλίο του Ψαρρά φέρνει στον νου το σχόλιο του Pierre-Andre Taguieff (3) για τον τρόπο με τον οποίο η κατεστημένη Αριστερά επιχείρησε να αντιμετωπίσει την Νέα Δεξιά την περίοδο 1979-1981 στην Γαλλία: «Θεωρούσα ότι η ιδεολογική και πολιτική επίθεση στη Νέα Δεξιά ήταν πολιτικά δικαιολογημένη, αλλά αμέσως ένιωσα ένα αίσθημα απώθησης λόγω της απουσίας πνευματικής εντιμότητας, «φιλολογικής εντιμότητας», όπως θα έλεγε ο Νίτσε, έναντι του υποδεικνυόμενου εχθρού. Ήταν ο εχθρός, αλλά δεν ήταν όλα επιτρεπτά εναντίον του. Δεν μπορούσε να του αποδίδει κανείς προθέσεις που δεν είχε, να παραχαράσσει τα κείμενά του ούτε να κατασκευάζει παραθέματα που σε τίποτα δεν σχετίζονταν με τα γραπτά του... Οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν στη διάρκεια αυτής της δημόσιας καταγγελίας, προσομοιάζοντας στις σταλινικές μεθόδους απαξίωσης των αντιπάλων, με εξόργισαν, αλλά ταυτόχρονα θεωρούσα ότι οι θέσεις και οι αναλύσεις του Αλαίν ντε Μπενουά και του GRECE έπρεπε να αποτελούν αντικείμενο κριτικής χωρίς συγκατάβαση, με σεβασμό ωστόσο στους κανόνες της ορθολογικής συζήτησης, και πάνω στη βάση ορθά συλλεγμένου και επιλεγμένου κειμενικού υλικού» (σελ. 753, 754-755).

    Το βιβλίο του Ψαρρά δεν χαρακτηρίζεται από πνευματική εντιμότητα, ούτε από σεβασμό στα κείμενα και στις πηγές, το υλικό του είναι επιλεγμένο χωρίς κάποιο συστηματικό τρόπο ώστε να θεωρηθεί ως αντιπροσωπευτικό ενώ και η ανάλυσή του δεν ακολουθεί κάποια συγκεκριμένη μεθοδολογία. Αποτελεί μια παράθεση της δημοσιογραφικής και πολιτικής σταδιοδρομίας του Γιώργου Καρατζαφέρη όπως θα την έβλεπε ένας αριστεριστής δημοσιογράφος. Ένα τέτοιο βιβλίο θα «πείσει» τους ήδη πεπεισμένους για την «επικινδυνότητα» του ΛΑ.Ο.Σ και των στελεχών του και θα αφήσει αδιάφορους όσους δεν έχουν πεισθεί γι' αυτήν, παρά την σχετική αρθρογραφία του «Ιού» εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες.

    Παραπομπές
    1) Ψαρράς Δ. (2010) «Το κρυφό χέρι του Καρατζαφέρη: η τηλεοπτική αναγέννηση της ελληνικής Ακροδεξιάς», Αθήνα: Εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
    2) Δες σχετικά Ignazi P. (1992) «The silent counter-revolution: Hypotheses on the emergence of extreme right-wing parties in Europe». European Journal of Political Research, vol. 22, pp. 3-34, Mudde C. (2000), «The ideology of the extreme right». Manchester: Manchester University Press και Carter E. (2005), «The Extreme Right in Western Europe: Success or Failure?» Manchester: Manchester University Press.
    3) Ταγκυέφ Πιέρ-Αντρέ «Ο ερευνητής, η Άκρα Δεξιά και οι κοινωνικές επιστήμες», Νέα Εστία, τόμος 166, τεύχος 1827, Νοέμβριος 2009, σελ. 751-779.
    4) Mudde C. (2007) «Populist Radical Right Parties in Europe». Cambridge: Cambridge University Press.
    5) Το πιο πρόσφατο είναι η «Αναφορά Πολιτικής Πολυφωνίας - 2009» από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, 8/2/2010, Αρ. Πρωτ. 167 ΕΣ.
    6) Κολοβός Γ. (2005) «Άκρα Δεξιά και Ριζοσπαστική Δεξιά στην Ελλάδα και στην Δυτική Ευρώπη 1974-2004», Αθήνα: Εκδόσεις Πελασγός
    7) Ellinas A. (2010) «The Media and the Far Right in Western Europe: Playing the Nationalist Card». New York: Cambridge University Press.
    8) Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός - Γραμματεία Πολιτικού Σχεδιασμού «Πλαίσιο Θέσεων», Αθήνα: Αύγουστος 2007.
    9) 4ο Τακτικό Συνέδριο ΛΑ.Ο.Σ «Πατριωτικός Παρεμβατισμός: η απάντηση στον στείρο Νεοφιλελευθερισμό και στον παρωχημένο Σοσιαλισμό», Αθήνα: Ιούλιος 2009.
    10) Kitschelt H. (1995) «The Radical Right in Western Europe: a Comparative Analysis». Ann Arbor: University of Michigan Press.
    11) Minkenberg M. (2008) «The Radical Right in Europe: an Overview». Gutersloh: Verlag Bertelsmann Stiftung.
    12) Givens T. E. (2005) «Voting Radical Right in Western Europe». New York: Cambridge University Press.
    13) Norris P. (2005) «Radical Right: Voters and Parties in the Electoral Market». New York: Cambridge University Press.
    14) Williams M.-H. (2006) «The Impact of Radical Right-Wing Parties in West European Democracies». New York: Palgrave Macmillan.
    15) Betz H. - G. (1994) «Radical Right-Wing Populism in Western Europe». Basingstoke: Macmillan Press.
    16) Minkenberg M. (2000) «The Renewal of the Radical Right: Between Modernity and Anti-Modernity». Government and Opposition, vol. 35, no. 2, pp. 170-188, Rydgren J. (2002) «Radical Right Populism in Sweden: Still a Failure, But for How Long?» Scandinavian Political Studies, vol. 25, no. 1, pp. 27-56.
    17) Hainsworth P. (2008) «The Extreme Right in Western Europe». Oxon: Routledge.

    * Ο Γιάννης Κολοβός είναι επικοινωνιολόγος και συγγραφέας του βιβλίου «Άκρα Δεξιά και Ριζοσπαστική Δεξιά στην Ελλάδα και στην Δυτική Ευρώπη», το οποίο κυκλοφόρησε το 2005 από τις εκδόσεις «Πελασγός».


    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος 23 (Μάιος-Ιούνιος 2010) του διμηνιαίου περιοδικού Patria.
    Κατηγορία: