Μία γαλανόλευκη γενιά

  • Δημοσιεύτηκε: 03 Νοέμβριος 2005

    «Έλα, μην το παρακάνουμε, δεν είμαστε και φασίστες! Η πολύ σημαία μου θυμίζει χούντα...»
    «Ξεκόλλα πατέρα», φώναξε ο γιος χοροπηδώντας ακόμα, πνιγμένος μέσα στα γαλανόλευκα. Κασκόλ, καπέλο, μπλούζα, και σκεπασμένος με μια μεγάλη σημαία. Σάστισε, σχεδόν τρόμαξε ο πατέρας του όταν τον είδε να ξεπηδάει απ' το δωμάτιο. «Ξεκόλλα το κεφάλι σου πια! Η σημαία μας είναι». Του 'σκασε ένα φιλί και έφυγε τρέχοντας. «Ελλαδάρα!» αντιλάλησε η ιαχή του στη σκάλα και συνέχισε να βουίζει στα αυτιά του πενηντάχρονου που έμεινε να κοιτάει αμήχανα την ανοιχτή πόρτα. Έφερε αργά το τσιγάρο στο στόμα, ψάχνοντας ακόμα να βρει την ήδη αργοπορημένη απάντηση...

    Ξεχύθηκε και πάλι στους δρόμους, κρατημένη από χιλιάδες χέρια, δοξασμένη από χιλιάδες στόματα, σκεπάζοντας σαν άνεμος δροσερός χιλιάδες περήφανες καρδιές η Γαλανόλευκη. Ξαναβγήκε απ' τα σεντούκια της ενοχής που την έκρυψε η γενιά των πενηντάρηδων, και υψωμένη από μια νέα γενιά άκουσε και πάλι βραχνιασμένες τις νεανικές φωνές να ψάλουν τον Εθνικό Ύμνο.

    Μα καλά, αυτοί οι πιτσιρικάδες δεν άκουσαν τους κομπλεξικούς δημοσιογράφους που συμβούλευαν να μην βγει κανένας στους δρόμους; Δεν είδαν στην τηλεόραση τους μίζερους διεθνιστές που νουθετούσαν το κοινό να μην συνδέσει την αθλητική νίκη με αισθήματα εθνικής υπεροχής;

    Πόσο και πάλι χαλάστηκαν βλέποντας στους δέκτες τις χιλιάδες σημαίες! Πόσο πικράθηκαν βλέποντας νέα παιδιά να «παρασύρονται στο εθνικιστικό παραλήρημα»! Πόσο τρόμαξαν όταν άκουσαν τα δεκάδες συνθήματα να γίνονται από αθλητικά πολιτικά! «Έξω οι Τούρκοι απ' την Ευρώπη», αντιλαλούσε η Ομόνοια, ανατριχιάζοντας όσους τρομάζουν ακόμα με ιστοριούλες γύρω από φιδίσια αυγά.

    Μια γενιά που διψάει για συλλογικά οράματα. Μια γενιά που θέλει να νιώσει την ζεστασιά της εθνικότητας, της διαφορετικότητας, της αδελφικότητας με τον συμπατριώτη. Μια γενιά που διψάει για νίκες εθνικές, ακόμα πιο ουσιώδεις απ' τις αθλητικές.

    «Αυτό μας έλειπε τώρα, μια γαλανόλευκη γενιά», σκέφτηκε ο πενηντάχρονος καθισμένος στον καναπέ, μπροστά από την τηλεόραση. Το τσιγάρο στο χέρι, το τασάκι γεμάτο, και το τηλεχειριστήριο πλοηγούσε την αναζήτησή του στα παράθυρα των καναλιών. Σε κάποιο θα έβλεπέ και τον γιο του να χτυπιέται σαν τον Σάββα της Πορτογαλίας στην γνωστή διαφήμιση. «Και άντε τώρα εξήγησέ τους για τον μύθο του Έθνους. Το παραμύθι...»

    Πέρασαν σαν αστραπή από το μυαλό του, χούντες, πορείες, φοιτητικό κίνημα, εκείνος με μαλλιά και χλαίνη, αλλαγή , σοσιαλιστικοί παράδεισοι, τείχος, κατάρρευση, σοκ, οι σύντροφοι στα υπουργεία, μερσεντές και δεξιώσεις, ευχαριστώ τους Αμερικάνους, ο μονόδρομος της Παγκοσμιοποίησης, το αναπόδραστο Ευρώ, το σύνταγμα της ΕΟΚ που τώρα πια δεν μας κόφτει αν είναι με το ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο.

    «Το Εθνικό παραμύθι. Ποιο παραμύθι; Ίσως το μόνο παραμύθι που αντέχει ακόμα». Σχεδόν τινάχτηκε, λες κι από λήθαργο. Έσβησε το τσιγάρο. «Ίσως το μόνο παραμύθι που αντέχει ακόμα!» ψέλλισε δυνατά στον εαυτό του, κουνώντας το κεφάλι, σαν να είχε βρει την ήδη τόσο αργοπορημένη απάντηση...