Μικρογραφία κατάρρευσης

  • Δημοσιεύτηκε: 28 Νοέμβριος 2011

    Ο δημόσιος λόγος φορτίζεται το τελευταίο διάστημα με συνεχείς αναφορές στην εθνική ανεξαρτησία. Κάποιες φορές αυτό γίνεται με σοβαρότητα, όπως όταν επισημαίνεται πως η ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη υπήρξε μια αυτόβουλη επιλογή περιορισμού της ανεξαρτησίας μας. Συνήθως όμως πρόκειται απλά για το γνωστό μείγμα αμετροέπειας και ανοησίας του εγχώριου «τζαμπαμαγκισμού», με τις ψευδεπίγραφες αναφορές του σε «στρατεύματα κατοχής», «κυβερνήσεις δωσίλογων» και «υποταγής σε ξένους τοκογλύφους».

    Η ανανοηματοδότηση ενός οικονομικού προβλήματος σε «εθνικό θέμα» δεν είναι τυχαία. Από την μία, η τεχνική διάσταση των οικονομικών προβλημάτων τα καθιστά συχνά δυσνόητα, ενώ οι πολιτικές τους διαστάσεις είναι συνήθως δυσάρεστες, αφού η εμπεριστατωμένη προσέγγισή τους μας φέρνει αργά ή γρήγορα αντιμέτωπους με την πραγματικότητα της συμμετοχής ευρύτατων στρωμάτων της κοινωνίας σε πρακτικές που οδήγησαν στην καταστροφή. Πρόκειται για μια πραγματικότητα πολύ δυσάρεστη για να γίνει αποδεκτή.

    Αντίθετα, η μετατροπή της κρίσης από οικονομικό πρόβλημα (με σαφείς πολιτικές παραμέτρους) σε «εθνικό θέμα» είναι πολλαπλά βολική, γιατί μεταθέτει τις ευθύνες από την ελληνική κοινωνία και τους Έλληνες πολιτικούς σε φανταστικούς εξωτερικούς εχθρούς. Η μετατόπιση αυτή είναι επικίνδυνη γιατί αποτρέπει την λήψη των απαραίτητων μέτρων. Αποτελεί επίσης μνημείο υποκρισίας, αφού όσοι δήθεν ανησυχούν για την εθνική ανεξαρτησία προσπερνούν με χαρακτηριστική αδιαφορία την καθημερινή απαξίωση του βασικού συστατικού στοιχείου της, της κρατικής κυριαρχίας.

    Η απαξίωση αυτή έχει τρεις, τουλάχιστον, διαστάσεις. Η πρώτη είναι η ολιγωρία του κράτους σε σχέση με την επιβολή της τάξης. Δεν χρειάζεται να επεκταθώ: αρκεί μια απλή αναφορά στις επιπτώσεις της (ασυνήθιστα, να ξαναθυμίσω, για ευρωπαϊκή χώρα) ανεμπόδιστης δράσης ολιγάριθμων ομάδων πολιτικών χούλιγκαν. Η δεύτερη διάσταση είναι η αδυναμία εφαρμογής του νόμου. Αυτή έχει πολλαπλές εκφάνσεις, από την ατιμωρησία που συνοδεύει πρακτικές όπως η φοροδιαφυγή ως την «ανεκτική» αντιμετώπιση της εγκληματικότητας από την Δικαιοσύνη. Και εδώ αφθονούν τα σχετικά παραδείγματα. Η τρίτη διάσταση, αφορά μια θεμελιώδη έκφανση της κρατικής κυριαρχίας που ασκεί ένα έθνος: την προστασία της επικράτειάς του μέσω της φύλαξης των συνόρων της. Ένα εξαιρετικό ρεπορτάζ του Νίκου Βαφειάδη που δημοσιεύθηκε στο «Κ» της προηγούμενης Κυριακής αναδεικνύει σε μικρογραφία όλους εκείνους τους παράγοντες που οδήγησαν την χώρα στο σημείο που βρίσκεται σήμερα.

    Η ουσία του ρεπορτάζ είναι η εξής: έχει σημειωθεί μια ποιοτική αλλαγή στην ροή της μετανάστευσης στην χώρα μας, έτσι ώστε να μην έχει πια νόημα ο όρος «λαθρομετανάστευση». Η νομοθεσία μπορεί να μην άλλαξε, απλά έπαψε να εφαρμόζεται. Το πέρασμα του Έβρου έχει μετατραπεί σε διαδικασία ρουτίνας. Τα σύνορα δεν φυλάσσονται πια: ο στρατός έχει ουσιαστικά εγκαταλείψει την φύλαξή τους εδώ και πέντε χρόνια, τα φυλάκια ρημάζουν, η περίφημη Frontex έχει καθαρά διακοσμητικό ρόλο, ενώ οι ίδιοι οι συνοριοφύλακες θεωρούν πως έχουν μετατραπεί σε «ΚΕΛ» (Κέντρο Εξυπηρέτησης Λαθρομεταναστών) και δηλώνουν για τους μετανάστες πως «δεν τους ψάχνουμε, μας ψάχνουν». Αναφέρονται ακόμη και περιπτώσεις όπου μετανάστες που έφθασαν σε νησίδα του Έβρου και φοβήθηκαν την στάθμη του νερού, ειδοποίησαν με κινητό τους συγγενείς τους στην Αθήνα, που με την σειρά τους ενημέρωσαν την Αστυνομία να τους παραλάβει και να τους μεταφέρει στην ελληνική όχθη. «Τι να πούμε εμείς τώρα», συνοψίζει ένας συνοριοφύλακας, «ότι φυλάμε Θερμοπύλες;»

    Δεν είναι έκπληξη επομένως πως το πράγμα έχει ξεφύγει. Το πρώτο 9μηνο του 2011 παρουσιάστηκε αύξηση εισόδων κατά 13,4%, ενώ μόνο τον Οκτώβριο πέρασαν τον Έβρο 10.000 άνθρωποι. Αυτοί συγκεντρώνονται εθελοντικά κάθε πρωί στα αστυνομικά τμήματα της περιοχής όπου καταγράφονται ως «συλληφθέντες» και εφοδιάζονται με ένα έγγραφο διοικητικής απέλασης που αναφέρει πως πρέπει να εγκαταλείψουν την χώρα εντός 30 ημερών. Με το έγγραφο αυτό, που πρακτικά λειτουργεί ως άδεια συνέχισης της παραμονής τους στην χώρα και μάλιστα, απεριόριστης χρονικής διάρκειας, οι μετανάστες κατευθύνονται στην Αθήνα, με ταξί, τρένο ή ΚΤΕΛ.

    Κάποιες απόπειρες ελέγχου του προβλήματος, όπως η δημιουργία κέντρων υποδοχής και κράτησης, συναντούν τις οργανωμένες αντιδράσεις της τοπικής κοινωνίας με συνθήματα του τύπου «δεν θα επιτρέψουμε να γίνει η περιοχή κρατητήριο ψυχών», ενώ στην πραγματικότητα αυτή συμμετέχει πλήρως στην διαδικασία, δρέποντας πολυποίκιλα οφέλη. Όπως δήλωσε στον Βαφειάδη ένας συνοριοφύλακας, «τηλεφωνούν από τα ΚΤΕΛ και μας ρωτούν πόσους θ' αφήσουμε, για να ξέρουν πόσα λεωφορεία θα στείλουν». Ένας οδηγός ΚΤΕΛ δηλώνει: «Από αυτούς ζούμε». Αφού, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο δήμαρχος Σουφλίου, οι μετανάστες αφήνουν στην περιοχή «μόνο την σκόνη τους», το δυσβάσταχτο κόστος της ανεξέλεγκτης αυτής ροής καλείται να σηκώσει μόνη της η Αθήνα, με τις γνωστές σε όλους συνέπειες.

    Ιδού λοιπόν τα συστατικά στοιχεία της πραγματικής υποχώρησης της εθνικής ανεξαρτησίας: η κατάρρευση του κράτους, η ανεπάρκεια της πολιτικής ηγεσίας και η συνενοχή της κοινωνίας συμβάλλουν στην δημιουργία ενός εκρηκτικού προβλήματος που όταν σκάσει θα είναι πια πολύ αργά. Όπως ακριβώς έγινε και με το χρέος.


    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 27ης Νοεμβρίου 2011 της εφημερίδας Καθημερινή.