Ο Βάιντα ετοιμάζει καινούργια ταινία για τον Βαλέσα και την «Aλληλεγγύη»

  • Δημοσιεύτηκε: 01 Μάρτιος 2009

    Ενώ το «Κατύν» συνεχίζει ακάθεκτο την πορεία του στις ελληνικές αίθουσες, ο Αντρέι Βάιντα προκάλεσε έκπληξη πριν από λίγες μέρες, δηλώνοντας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου ότι ετοιμάζει μια καινούργια ταινία για τον Λεχ Βαλέσα, τον πάλαι ποτέ ηγέτη του ανεξάρτητου συνδικάτου της «Αλληλεγγύης», που βοήθησε όσο λίγοι για να γκρεμισθεί ο κομμουνισμός.

    Όμως για όσους ξέρουν την ιστορία του κορυφαίου Πολωνού σκηνοθέτη και πολέμιου του κομμουνισμού, αυτή η ταινία μοιάζει φυσική κατάληξη της όλης δουλειάς του. Το 1977 o Aντρέϊ Βάιντα γύρισε τον «Άνθρωπο από Μάρμαρο», όπου η Κριστίνα Γιάντα υποδυόταν την Αννιέσκα, μια φοιτήτρια κινηματογράφου που δυσκολεύεται από τον κρατικό μηχανισμό να τελειώσει την διδακτορική της ταινία πάνω στον Ματέους Μπιρκούτ (Τζέρζυ Ραντζιβίλοβιτς), ένα ηρωικό κτίστη της δεκαετίας του '50. Και αυτό γιατί μαθαίνει ότι ο λόγος που η τύχη του αγνοείται είναι επειδή έπεσε στην δυσμένεια του κόμματος. Όμως θα καταφέρει να εντοπίσει τον γιο του Μπιρκούτ, Μαρσιέζ στα ναυπηγεία του Γκντανσκ και να μάθει ότι ο πατέρας του δολοφονήθηκε πριν από πολλά χρόνια από την Πολωνική Αστυνομία, στην διάρκεια εργατικής διαδήλωσης.

    Με τον «Άνθρωπο από Μάρμαρο», ο Βάιντα έδειξε την αναγκαιότητα ύπαρξης ενός εργατικού κινήματος ελεύθερου από τις αλυσίδες του κόμματος, ανοίγοντας τον δρόμο για το εργατικό συνδικάτο της «Αλληλεγγύης». Η «Αλληλεγγύη» ιδρύθηκε τον Σεπτέμβριο του 1980 από τους απεργούς των «Ναυπηγείων Λένιν» του Γκντάνσκ και αρχηγό τον Βαλέσα, ηλεκτρολόγο το επάγγελμα. Ποιος όμως ήταν ο Λεχ Βαλέσα; Το 1970 υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της σφαγής 20 Πολωνών εργατών από τις αρχές. Τότε άρχισε να πιστεύει ότι έπρεπε να αγωνιστεί για την δημιουργία ενός ελεύθερου εργατικού συνδικάτου. Το 1976 εκλεγμένος εκπρόσωπος στο επίσημο συνδικαλιστικό όργανο των ναυπηγείων, συνέταξε έναν κατάλογο εργατικών παραπόνων, πράγμα που οδήγησε στην απόλυση του. Έτσι άνεργος πλέον, θα κάνει ως κομπάρσος ένα πέρασμα από τον «Άνθρωπο από Μάρμαρο». Το 1978 έγινε μέλος των παράνομων «Ελεύθερων Συνδικάτων της Ακτής». Στις 14 Αυγούστου 1980, στα ναυπηγεία του Γκντανσκ ξέσπασε αναταραχή εξαιτίας της απότομης αύξησης των τιμών και της απόλυσης ενός συνδικαλιστικού στελέχους. Ο Βαλέσα, άνεργος τότε πήδησε τον τοίχο, βρέθηκε κοντά στους 17.000 εργάτες των ναυπηγείων και οργάνωσε την απεργία τους. Η φωτιά του Γκντανσκ απλώθηκε σε όλη την χώρα και στις 31 Αυγούστου 1980, ο Λεχ Βαλέσα και ο Πολωνός πρωθυπουργός Μιέτσεσλαβ Γιαγκέλσκι θα υπέγραφαν την απελευθέρωση όλων των πολιτικών κρατουμένων και την ίδρυση ελεύθερου εργατικού συνδικάτου που θα μετατρεπόταν στην «Αλληλεγγύη».

     

    Καθολική Εκκλησία και «Αλληλεγγύη»

    Μέσω της «Αλληλεγγύης» ο Λεχ Βαλέσα και οι συναγωνιστές του προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα ευρύτερο αντικομμουνιστικό κίνημα που θα συμπεριελάμβανε από Καθολικούς πιστούς μέχρι οπαδούς της μετριοπαθούς Αριστεράς. Ενώ ο αγώνας τους εμπνεόταν από το ιδανικό της μη βίας. Η Πολωνική Κυβέρνηση υπέγραψε με την συντονιστική επιτροπή της «Αλληλεγγύης» μία συμφωνία ότι το συνδικάτο θα είχε νόμιμη οργάνωση, αλλά δεν θα γινόταν ποτέ πραγματικά ελεύθερο συνδικάτο.

    Πρέπει να πούμε ότι ο μεγαλύτερος συμπαραστάτης στον αγώνα της «Αλληλεγγύης» υπήρξε η Καθολική Εκκλησία και ιδιαίτερα ο Πάπας Ιωάννης-Παύλος ο Β' και ο θρυλικός ιερέας Γιέρζι Ποπιουλέσκο, που η δολοφονία του από την μυστική αστυνομία της Πολωνίας προκάλεσε μεγάλες ταραχές. Ο Βαλέσα εκπροσωπούσε την ευσέβεια των Καθολικών και δήλωνε: «Ο Άγιος Πατέρας στις συναντήσεις του μαζί μας μάς έλεγε πόσο πολλοί είμαστε. Μας έλεγε να μην φοβούμαστε». Και εδώ πρέπει να πούμε ότι το όνομα της «Αλληλεγγύης» δεν παρέπεμπε στον προλεταριακό διεθνισμό, αλλά στο Solitudo Rei Socialis, ένα έγγραφο της Καθολικής Εκκλησίας, όπου θεωρούσε ότι η αλληλεγγύη στους φτωχούς και σε αυτούς που αναγκάζονται να ζουν στο περιθώριο της κοινωνίας είναι η πραγματική φύση του Ευαγγελίου και της συμμετοχής του πιστού στο γενικό καλό. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση που έδωσε σε Γάλλο δημοσιογράφο από πού αντλεί την ψυχική του δύναμη: «Είμαι χριστιανός. Χωρίς Θεό θα ήμουν ένα τίποτα».

    Από τις πρώτες μέρες, ο Βάιντα ήταν ένθερμος υποστηριχτής του συνδικάτου και θα γύριζε τον «Άνθρωπο από Σίδερο», την ταινία που θα έκανε διεθνώς γνωστό τον αγώνα της «Αλληλεγγύης». Η ταινία είναι συνέχεια του «Ανθρώπου από Μάρμαρο» με τους ίδιους ηθοποιούς. Μάλιστα ο Βαλέσα εμφανιζόταν στην ταινία παίζοντας τον εαυτό του. Ένας ρουφιάνος δημοσιογράφος της κρατικής τηλεόρασης στέλνεται από το κόμμα να κάνει ένα ρεπορτάζ για τον Μασιέζ που θεωρείται ο άνθρωπος που μόνος του ξεκίνησε την απεργία των ναυπηγείων του Γκντάνσκ (η αναφορά στον Βαλέσα είναι προφανής). Στην πραγματικότητα όμως για να μπορέσει να του ρίξει λάσπη ότι είναι πράκτορας της CIA. Θα παραστήσει τον συμπαθούντα και θα πάρει συνεντεύξεις από τα άτομα που τον ξέρουν, συμπεριλαμβανομένης και της γυναίκας του, που δεν είναι άλλη από την Αννιέσκα της προηγούμενης ταινίας. Εδώ η προσωπική ιστορία του Μασιέζ και της Αννιέσκα συνδέεται, μέσω φλας μπάκ και χρήσης επικαίρων της εποχής, με την εποποιία του Γκντανσκ, αλλά και τις εργατικές ταραχές του 1968 και του 1970. Ο Βάιντα έδειχνε για πρώτη φορά στο διεθνές κοινό ότι οι άνθρωποι οι οποίοι υποτίθεται ότι κυβερνούσαν προς χάριν των συμφερόντων της εργατικής τάξης, στην πραγματικότητα την δολοφονούσαν εν ψυχρώ αν τύχαινε και διαφωνούσε μαζί τους.

     

    Εθνικός ήρωας ο Βαλέσα

    Ο «Άνθρωπος από Σίδερο» θα κέρδιζε τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών του 1981, αλλά μετά τον στρατιωτικό νόμο που επέβαλε ο στρατηγός Γιαρουζέλσκι τον Δεκεμβρίου του 1981, ο Βαλέσα θα φυλακιζόταν για δεκατρεις μήνες και ο Βάιντα θα αναγκαζόταν να κλείσει την εταιρεία παραγωγής. Το 1982 ο Βάιντα θα αυτοεξοριζόταν στην Γαλλία, όπου θα γύριζε τον «Δαντόν» με τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ στον ομώνυμο ρόλο. Μια ταινία όπου η σύγκρουση ανάμεσα στον λαοφιλή ηγέτη Δαντόν και τον άτεγκτο επαναστάτη Ροβεσπιέρο μπορούσε να διαβαστεί ως μια αλληγορία για την σύγκρουση Βαλέσα -Γιαρουζέλσκι. Το 1983 ο Βαλέσα θα κέρδιζε το Νόμπελ Ειρήνης, αλλά δεν πήγε να το πάρει φοβούμενος ότι οι αρχές δεν θα του επέτρεπαν την είσοδο στην αγαπημένη του πατρίδα.

    Όμως σε αντίθεση με τους Ούγγρους επαναστάτες του 1956 και την «Άνοιξη της Πράγας», η «Αλληλεγγύη» δεν υπήρξε εύκολος αντίπαλος για τους συνεργάτες της Σοβιετικής κατοχής στην Πολωνία. Όχι μόνο βρήκε υποστηρικτές στα εργατικά συνδικάτα της Δύσης, αλλά από το 1986 οι αρχές συμβιβάστηκαν μαζί της αρχίζοντας τις διαπραγματεύσεις που θα οδηγούσαν στις «βελούδινες επαναστάσεις» του 1989 και την πτώση του κομμουνισμού. Ενώ την περίοδο 1990-1995 ο Βαλέσα θα γινόταν ο πρώτος πρόεδρος της ελεύθερης Πολωνίας.

    Εδώ να πούμε ότι η αφορμή για την καινούργια ταινία είναι διάφορες «αποκαλύψεις» κάποιων ιστορικών του «Ινστιτούτου Εθνικής Μνήμης» ότι ο Βαλέσα υπήρξε πράκτορας του κομμουνιστικού κόμματος, που ο Βάιντα αποκαλεί ανυπόστατες φήμες και ψέματα. «Θέλω να κάνω κάτι για να του συμπαρασταθώ» δηλώνει. Για να προσθέσει: «Ο Βαλέσα είναι ο εθνικός μας ήρωας, άσχετα με τα λάθη που έκανε ως Πρόεδρος». Για να προσθέσει ότι ο Βαλέσα έπαιξε κρίσιμο ρόλο στις αλλαγές στην Πολωνία και άνοιξε τον δρόμο για την πτώση του Τείχους του Βερολίνου.

    Σχετικά με την ίδια την ταινία, ο Αντρέϊ Βάιντα δήλωσε: « Η ταινία θα είναι η συνέχεια του «Ανθρώπου από Μάρμαρο» και του «Ανθρώπου από Σίδερο» και θα λέγεται «Ο Άνθρωπος της Ελπίδας», ένας δίκαιος τίτλος μιας και ο Βαλέσα έδωσε ελπίδα σε μένα και σε πολύ κόσμο τότε».

    Να προσθέσουμε ότι η ταινία θα είναι βασισμένη σε σενάριο της Αννιέσκα Χόλαντ, πρώην αντιφρονούντος και «επίσημης» σκηνοθέτιδας της Καθολικής Εκκλησίας. Ο Βαλέσα θα υποδύεται τον εαυτό του και πρωταγωνίστρια, μετά από πολλά χρόνια η Κριστίνα Γιάντα, μια μεγάλη ηθοποιός που ο Βάιντα της πρόσφερε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο με τον «Άνθρωπο από Μάρμαρο». Η Γιάντα θα υποδύεται την Ντονούκα, την γυναίκα του Βαλέσα, μέσα από τα μάτια της οποίας θα δούμε την ιστορία του κινήματος της «Αλληλεγγύης», δίνοντας έτσι μια ανθρώπινη διάσταση στην πολιτική ταινία του Βάιντα. Κάτι που συμβαίνει και στο «Κατύν», που ήδη έχει προκαλέσει την οργή της ντόπιας Αριστεράς.


    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 21ης Φεβρουαρίου 2009 της εφημερίδας Ελεύθερος Κόσμος.