Ο πόλεμος για τον πλούτο: η αληθινή ιστορία της Παγκοσμιοποίησης

  • Δημοσιεύτηκε: 23 Νοέμβριος 2008

    Η οικονομική κρίση που ξέσπασε τον Σεπτέμβριο του 2008 μπορεί να ήρθε σαν κεραυνός εν αιθρία για τον περισσότερο κόσμο, αλλά υπήρχαν ήδη αρκετές ενδείξεις για σοβαρά διαθρωτικά προβλήματα στις οικονομίες της Δύσεως. Ένας από τους διανοούμενους που είχαν προειδοποιήσει για αυτά είναι ο Γερμανός Γκαμπόρ Στάινγκαρτ, ανταποκριτής του περιοδικού «Der Spiegel» στην Ουάσινγκτον και συγγραφέας ενός «προφητικού» βιβλίου με τίτλο «Ο πόλεμος για τον πλούτο: η αληθινή ιστορία της Παγκοσμιοποίησης» που εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2008.

    Ο Στάινγκαρτ προειδοποιούσε ότι η Παγκοσμιοποίηση δεν είναι ένα παίγνιο «win-win», δηλαδή αμοιβαίως επωφελής για όλους τους συμμετέχοντες σε αυτήν, αλλά υπάρχουν κερδισμένοι και χαμένοι. Η Κίνα και η Ινδία ανήκουν αναμφίβολα στους μεγάλους κερδισμένους, ενώ οι ΗΠΑ και η Ευρώπη στους χαμένους. Συνεπώς «ο κόσμος δεν είναι επίπεδος», όπως ισχυρίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του ο κεντροαριστερός Αμερικανός συγγραφέας Τόμας Φρίντμαν.

    Για παράδειγμα, οι υποστηρικτές της Παγκοσμιοποίησης ισχυρίζονται πως είναι φυσική πρόοδος για μία ανεπτυγμένη οικονομία η μετάβαση από μία οικονομία στηριγμένη στην βιομηχανία σε μία οικονομία στηριγμένη στις υπηρεσίες. Συνεπώς οι απώλειες θέσεων εργασίας στην βιομηχανία όχι μόνο δεν είναι ανησυχητικές, αλλά είναι και ένα καλό σημάδι για αυτή την εξέλιξη! Λάθος. Αυτό που συμβαίνει δεν είναι το τέλος της βιομηχανικής εποχής, αλλά απλώς η μεταφορά των βιομηχανιών στην Ασία. Παγκοσμίως υπάρχουν περισσότερες θέσεις εργασίας στην βιομηχανία από ποτέ: 600 εκατομμύρια άνθρωποι απασχολούνται στην βιομηχανία. Μόνο στις ΗΠΑ και την Ευρώπη σημειώνεται πτώση της απασχόλησης στην βιομηχανία. Η Γερμανία καταγράφει ποσοστά ανεργίας του 25% στην (πρώην) βιομηχανική καρδιά της Ρηνανίας. Από το 1991 η Γερμανία έχασε 29% και η Γαλλία 17% του βιομηχανικού δυναμικού, ενώ οι ΗΠΑ έχουν χάσει άνω του ? του βιομηχανικού δυναμικού από τα τέλη της δεκαετίας του 1970.

    Μερικοί οικονομολόγοι ισχυρίζονται ότι οι Ινδοί και οι Κινέζοι απλώς κάνουν δουλειές που για τις δυτικές κοινωνίες ανήκουν στο παρελθόν. Αυτό όμως δεν εξηγεί γιατί η Ινδία και η Κίνα αναπτύσσουν και τον τομέα υπηρεσιών ταυτόχρονα. Επίσης δεν εξηγεί γιατί οι εντυπωσιακές βιομηχανικές εξαγωγές της Δύσεως στο παρελθόν έχουν αντικατασταθεί από ... το κενό. Η αλήθεια είναι πως οι θέσεις εργασίας στην βιομηχανία και τις υπηρεσίες είναι στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους: οι υπηρεσίες είναι στο τέλος της γραμμής παραγωγής και όχι μία ανεξάρτητη μονάδα. Π.χ. ο πιλότος οδηγεί αεροπλάνα, ένα από τα πιο ανεπτυγμένα βιομηχανικά προϊόντα. Ο σερβιτόρος προσφέρει γεύματα που κατασκευάζει η βιομηχανία τροφίμων. Ο τραπεζίτης πουλάει μετοχές ενός εργοστασίου αυτοκινήτων ή μίας βιομηχανίας φαρμάκων. Συνεπώς όταν οι βιομηχανίες μεταφέρονται στο εξωτερικό, σύντομα θα ακολουθήσουν την πορεία τους και οι υπηρεσίες.

    Διαφορετικές είναι και οι συνθήκες εργασίας στην Δύση και την Ασία. Στο κόστος των δυτικών προϊόντων συμπεριλαμβάνεται και ένα «κοινωνικό» κόστος. Στην Δύση υπάρχουν μπόνους εργαζομένων, διαλείμματα για φαγητό και καφέ, ξεχωριστά αποχωρητήρια για άνδρες και γυναίκες, δώρο διακοπών, άδειες ασθένειας μετ' αποδοχών, δώρο Χριστουγέννων, επίδομα ανεργίας, συνταξιοδοτικά προγράμματα κ.λπ. Υπάρχουν νόμοι για την προστασία του περιβάλλοντος, καθώς και για την απαγόρευση της παιδικής εργασίας. Στην Κίνα και την Ινδία δεν συμβαίνει αυτό. Το χαμηλότερο κόστος των ασιατικών βιομηχανικών προϊόντων οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο διαφορετικό εργασιακό περιβάλλον. Π.χ. το κόστος εργατικών σε μία τηλεόραση φτιαγμένη στην Δύση είναι 23% της αξίας, ενώ στην Κίνα μόλις 4%.

    Εντός των δυτικών κοινωνιών, η Παγκοσμιοποίηση έχει ωφελήσει ελάχιστους, αν και πολύ. Στις ΗΠΑ το εισόδημα του πλουσιότερου 5% του πληθυσμού ως ποσοστό του συνολικού εισοδήματος ποτέ δεν ήταν μεγαλύτερο: το 2006 ήταν άνω του 50%. Αυτό δεν είναι έκπληξη, καθώς είναι η κοινωνική τάξη που ωφελείται από την μεταφορά των επιχειρήσεών της στην Ασία. Αλλά ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας υποχωρεί συνεχώς. Τα τελευταία 7 χρόνια 9 εκατομμύρια προστέθηκαν στους ανασφάλιστους, που είναι πλέον 47 εκατομμύρια, το 16% του πληθυσμού των ΗΠΑ. Τα 2/3 των νέων ανασφάλιστων ανήκουν στην μεσαία τάξη, στα νοικοκυριά με ετήσιο εισόδημα άνω των 75.000 δολαρίων. Το επίπεδο ζωής της μέσης οικογένειας στις ΗΠΑ και την Ευρώπη συνεχώς συρρικνώνεται.

    Οι κυβερνήσεις στην Δύση μπορεί να καταργούν κάθε δασμολογικό έλεγχο που εμποδίζει τον «ελεύθερο ανταγωνισμό» μεταξύ των κρατών, αλλά δεν συμβαίνει το ίδιο στην Σιγκαπούρη, την Ιαπωνία, την Κορέα, την Μαλαισία και σίγουρα όχι στην Κίνα. Σε αυτές τις χώρες το κράτος είναι ο μεγαλύτερος προστάτης και προωθητής των εξαγωγών και δημιουργεί τις συνθήκες που οδηγούν στην αποσάθρωση των δυτικών οικονομιών. Η κινεζική κυβέρνηση έχει ορίσει μία τεχνητώς χαμηλή ισοτιμία του κινεζικού νομίσματος, δημιουργώντας ένα οικονομικό τείχος προστασίας: το κόστος των εξαγόμενων κινεζικών προϊόντων είναι χαμηλό, ενώ το κόστος των εισαγόμενων στην Κίνα αμερικανικών και ευρωπαϊκών προϊόντων είναι υψηλό. Το αποτέλεσμα είναι ότι το εμπορικό ισοζύγιο μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ είναι αρνητικό για τις ΗΠΑ. Ένα πολύπλοκο σύστημα δασμών προστατεύει τις κινεζικές βιομηχανίες. Π.χ. το 2006 ψηφίστηκε νόμος που «τιμωρεί» τους ξένους κατασκευαστές αυτοκινήτων με επιπλέον δασμούς 25% επί των εισαγόμενων μερών, αν δεν κατασκευάζουν άνω του 60% της αξίας των αυτοκινήτων στην Κίνα. Στόχος η πλήρης μεταφορά της κατασκευής αυτοκινήτων στην Κίνα.

    Με την βοήθεια του κράτους, οι κινεζικές επιχειρήσεις εξαγοράζουν τους βιομηχανικούς τους ανταγωνιστές στην Δύση. Ενδεικτικά η Lenovo εξαγόρασε την κατασκευή υπολογιστών της IBM, η TCL εξαγόρασε την RCA και την Thomson (τηλεοράσεις) και η Techtronic εξαγόρασε την Hoover (ηλεκτρικές σκούπες). Η ανάπτυξη της κινεζικής βιομηχανίας γίνεται και με την βοήθεια δυτικών κεφαλαίων που σπεύδουν να εκμεταλλευτούν το ευνοϊκό οικονομικό περιβάλλον: οι ξένες επενδύσεις στην Κίνα από 7 εκατομμύρια δολάρια το 1980 είναι σήμερα περίπου 250 δισεκατομμύρια δολάρια. Η Σαγκάη των 18 εκατομμυρίων σήμερα θυμίζει σε οικονομικό δυναμισμό την Νέα Υόρκη των αρχών του 20ου αιώνα.

    Η τελευταία οικονομική κρίση επιβεβαιώνει ότι η μελέτη του Στάινγκαρτ για την Παγκοσμιοποίηση ήταν απολύτως εύστοχη. Τα οικονομικά προβλήματα της Δύσεως δεν οφείλονται σε μία πρόσκαιρη κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αλλά στην κατάρρευση της παραγωγικής «καρδιάς». Ο ρόλος που μπορούν να διαδραματίσουν τα εθνικά κράτη απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις είναι σημαντικός. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν υπάρχουν στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, και ειδικά στην πατρίδα μας, οι πολιτικές ηγεσίες που θα αρθούν στο ύψος των περιστάσεων.


    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος 14 (Νοέμβριος 2008) του διμηνιαίου περιοδικού Patria.