Παρουσίαση του βιβλίου «Κύπρος 1974 - Η μεγάλη προδοσία» στον Σύνδεσμο Μαχητών και Φίλων της «Χ»

  • Δημοσιεύτηκε: 29 Ιούλιος 2015

    Φέτος συμπληρώνονται 41 χρόνια από την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Για να μνημονεύσει το γεγονός αυτό, ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Μαχητών και Φίλων της Εθνικής Αντιστασιακής Οργανώσεως «Χ» παρουσίασε για πρώτη φορά την τρίτη έκδοση του εξαιρετικού βιβλίου του Κώστα Δημητριάδη «Κύπρος 1974 - Η μεγάλη προδοσία» στις 29 Ιουλίου 2015 στα γραφεία του (Πανεπιστημίου 64, 6ος όροφος). Ομιλητής ήταν ο συγγραφέας του βιβλίου Κώστα Δημητριάδης.

    Την έναρξη της εκδήλωσης έκανε ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Ιωάννης Γιαννάκενας, ο οποίος είπε ότι αυτή η τρίτη έκδοση του βιβλίου διαφέρει από τις προηγούμενες, επειδή είναι εμπλουτισμένη κατά 150 περίπου σελίδες. Και μετά πήρε τον λόγο ο συγγραφέας, ο οποίος ευχαρίστησε το κοινό του που παρευρέθηκε στην εκδήλωση, εν μέσω καύσωνος.

    Οι 150 περίπου επιπλέον σελίδες αυτής της έκδοσης είναι προϊόν έρευνας που ήρθε στην επιφάνεια τα τελευταία δύο χρόνια περίπου, με διασταυρωμένες και ταξινομημένες πληροφορίες. Είναι ένα βιβλίο 500 περίπου σελίδων που θα χρησιμεύσει στον ιστορικό του μέλλοντος, γιατί τώρα δεν υπάρχει καμία περίπτωση πλέον να ανοίξει ο φάκελος της Κύπρου, ο οποίος είχε κλείσει τότε, για «λόγους εθνικού συμφέροντος», αλλά στην πραγματικότητα συμπεριελάμβανε το φάσμα της εθνικής προδοσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, η προδοσία έγκειται σε πράξεις και ενέργειες που κάνει κάποιος, εν γνώσει του ότι αυτές θα μπορούσαν να βλάψουν την πατρίδα του. Οι ενέργειες αυτές έβαλαν την ταφόπλακα της Ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα, για την οποίαν κανείς, πλέον δεν αγωνίζεται και σήμερα πολλοί μιλούν για «απελευθέρωση».

    Ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος ήταν πάντοτε αντίθετος με την Ένωση, γιατί δεν ήθελε να χάσει τα αξιώματά του και να περιοριστεί μόνο στα ιερατικά του καθήκοντα. Το όνειρο των Αμερικάνων ήταν να γίνει η Κύπρος μέρος του ΝΑΤΟ, δια της ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα (λόγω του ότι οι Ελληνοκύπριοι ήταν η πλειοψηφία στο νησί, σε ποσοστό 80%, με 18% Τουρκοκύπριους και 2% άλλες μειονότητες). Και πάνω που όλα ήταν έτοιμα για την Ένωση, άλλαξε γνώμη ο Μακάριος. Σήμερα, λόγω της παρέλευσης 41 χρόνων, οι νέοι έχουν πλήρη άγνοια για το τι συνέβαινε τότε και δεν έχουν την αίσθηση της σκλαβωμένης πατρίδας στην Βόρεια Κύπρο. Σε αυτό συνετέλεσαν και οι μετέπειτα Κυπριακές κυβερνήσεις, ιδίως του ΑΚΕΛ.

    Εστάλη κρυφά στην Κύπρο μία μεραρχία σχεδόν 8000 ανδρών, οι οποίοι κατέβηκαν σταδιακά στην Κύπρο, ως Κύπριοι πολίτες. Πιστεύεται ότι ήταν ο Γεώργιος Παπανδρέου αυτός που τους έστειλε, αλλά τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι. Είχε προηγηθεί συζήτηση μεταξύ του Γεωργίου Παπανδρέου και του Πέτρου Γαρουφαλλιά, τότε Υπουργού Εθνικής Αμύνης, για να στείλουν μία δύναμη ανδρών για ενίσχυση της Άμυνας της Κύπρου. Ο Παπανδρέου του είχε ζητήσει να μην στείλει πάνω από χίλιους, όμως ο Γαρουφαλιάς έστειλε γύρω στις 8000, κρυφά από τον Παπανδρέου. Οι Τούρκοι, όμως το γνώριζαν αυτό και διαμαρτυρήθηκαν στους Αμερικάνους, οι οποίοι ενημέρωσαν τον Παπανδρέου και αυτός έπεσε από τα σύννεφα. Κάλεσε τον Γαρουφαλιά και αυτός αναγκάστηκε να το παραδεχθεί. Όμως, αυτή η μεραρχία δεν θα μπορούσε να κάνει και πολλά πράγματα, σε περίπτωση Τουρκικής επίθεσης, την στιγμή που δεν είχε ναυτική και αεροπορική υποστήριξη.

    Επί Γεωργίου Παπαδοπούλου, ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος είχε μπει τελείως ξεδιάντροπα απέναντι στους Έλληνες στρατιωτικούς, προσπαθεί να κρατηθεί στην εξουσία χρησιμοποιώντας το Εφεδρικό, και συνεχίζει να κινείται εναντίον του Γρίβα, ο οποίος δεν τα πήγαινε καθόλου καλά με το καθεστώς της 21ης Απριλίου. Πέφτει ο Παπαδόπουλος και εμφανίζεται στο προσκήνιο ο Ιωαννίδης, ένας πολέμιος του Μακαρίου και αποφασίζεται να πέσει και ο Μακάριος, πράγμα που το γνώριζε και ο ίδιος. Γίνεται μία συνωμοτική κίνηση από τον Ιωαννίδη και ανώτατους αξιωματούχους των Ενόπλων Δυνάμεων της απολύτου εμπιστοσύνης του, και στις 15 Ιουλίου 1974 ακολουθεί το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου.

    Ο Μακάριος έφυγε και πήγε σε Μάλτα, Αγγλία και Νέα Υόρκη, όπου στο Συμβούλιο Ασφαλείας Ηνωμένων Εθνών βγάζει τον περίφημο λόγο του, που πρωτίστως στρεφόταν κατά της Ελλάδος. Μίλησε για εισβολή, όχι των Τούρκων, αλλά των Ελλήνων στην Κύπρο, δίνοντας έτσι το νομικό άλλοθι στους Τούρκους να εισβάλλουν. Όντως, ξεκινάει η Τουρκική απόβαση και ο μόνος σήμερα εν ζωή από τους 4 ανώτατους αξιωματούχους του Ιωάννίδη, στρατηγός Μπονάνος (οι άλλοι ήταν οι Αραπάκης, Παπανικολάου και Γαλατσάνος), από την Αθήνα στέλνει συνέχεια σήματα «Μην ανησυχείτε, οι Τούρκοι κάνουν άσκηση». Μέχρι που το πρωί της 20/7/1974 οι Τούρκοι ανατινάζουν με μία βόμβα από αεροπλάνο το τζιπ του συντονιστή του πραξικοπήματος, ταξιάρχου τότε, Μιχαήλ Γεωργίτση, μέσα στην αυλή του ΓΕΕΦ και τότε δόθηκε εντολή για άμυνα και αντεπίθεση, εκ των ενόντων.

    Ακολούθησαν οι μάχες και οι συμπλοκές και ο Ελληνικός στρατός είχε στην διάθεσή του τον πεπαλαιωμένο ρωσικό εξοπλισμό, που ο Μακάριος, είχε αρνηθεί να αντικαταστήσει με τον νέο που του είχε προσφέρει ο Παπαδόπουλος. Και ο συγγραφέας διηγείται πως πολέμησαν ηρωικά οι Έλληνες μαχητές σε ένα περιβάλλον πλήρους ανοργανωσιάς και ασυνεννοησίας (τουλάχιστον) από την ηγεσία τους και μπόρεσαν να κερδίσουν μάχες, παρʼ όλα αυτά, αποκλειστικά χάρη στις ικανότητές τους, την γενναιότητα και την αυτοθυσία τους. Και οι Τούρκοι ήταν ασυντόνιστοι και ανοργάνωτοι, γιατί νόμιζαν ότι θα έκαναν έναν απλό περίπατο, χωρίς να ξέρουν τι τους γίνεται, παρόλο που ήταν, υποτίθεται, οργανωμένοι για την επίθεσή τους.

    Στις 23/7 αποφασίστηκε στην Ελλάδα από την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων και ουσιαστικά από τον ναύαρχο Πέτρο Αραπάκη, σχηματισμός πολιτικής κυβέρνησης υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο οποίος ήλθε αεροπορικώς από το Παρίσι στην Αθήνα, στις 24/7. Έγινε εκεχειρία μεταξύ των εμπολέμων, την οποίαν σεβαστήκαμε μόνο εμείς, γιατί οι Τούρκοι συνέχισαν την προέλασή τους, χωρίς να τους πειράζει κανένας και μάλιστα, από την Ελληνική στρατιωτική ηγεσία, είχε δοθεί εντολή στην ΕΛΔΥΚ «Όπλα δεσμευμένα».

    Υπήρξαν όμως και μικροί ηγήτορες που παράκουσαν αυτήν την εντολή και έριξαν εναντίον των Τούρκων, οι οποίοι προήλαυναν μέσα από τις Ελληνικές γραμμές κατά την διάρκεια της εκεχειρίας. Χάρη σε αυτούς σώθηκε το αεροδρόμιο της Λευκωσίας και ακολούθησε η εποποιία του Λευτέρη Χανδρινού, κυβερνήτη του αρματαγωγού «Λέσβος» για την οποία δεν έγινε κανένας λόγος. Ο πλωτάρχης Ελευθέριος Χανδρινός, με τις ενέργειές του, παραπλάνησε τους Τούρκους και τους έκανε να σκοτωθούν μεταξύ τους: Ψάχνοντας τον Χανδρινό, τα τούρκικα αεροπλάνα, νομίζοντας ότι πρόκειται για Ελληνικά πλοία, βούλιαξαν ένα δικό τους αντιτορπιλικό, το «Κοτζάτεπε», έβγαλαν εκτός μάχης δύο άλλα, το «Αντάτεπε» και το «Τσακμάκ» και πολυβολήσανε όλους τους ναυαγούς. Κατά πληροφορίες, χτυπήσανε και 9 δικά τους αεροσκάφη. Και το Ελληνικό κράτος, αφού πέρασε πρώτα από ΕΔΕ τον Χανδρινό, του επέβαλε ποινές και προσκόμματα στην καριέρα του και τέλος τον έστειλε εκεί που τον είχαν επικηρύξει: ναυτικό ακόλουθο στην Άγκυρα!

    Μία άλλη περίπτωση είναι ο απόπλους του επιταγμένου οχηματαγωγού πλοίου«Ρέθυμνος», το οποίο μετέφερε το 573 Τάγμα Πεζικού με 550 Κύπριους εθελοντές υπό τις διαταγές του συνταγματάρχη Δημήτρης Παπαποστόλου. Το πλοίο, ξεκίνησε τα μεσάνυχτα της 21ης Ιουλίου για Κύπρο. Αμέσως μετά τον απόπλου, ο Παπαποστόλου έλαβε δύο διαταγές ανάκλησης της αποστολής του. Με προσωπική του ευθύνη παράκουσε τις διαταγές που έλαβε και το πλοίο έφτασε λίγα ναυτικά μίλια έξω από την Κύπρο. Τότε με νέο σήμα, ο ΑΕΔ Παπανικολάου του έγραψε επί λέξει «Σπεύσατε και αποβιβάσατε τα τμήματα εις την Ρόδον, απειλούμενην υπό Τούρκων». Ο Παπαποστόλου έσπευσε στην Ρόδο, εγκαταλείποντας την αποστολή του, αλλά όταν έφτασε, αντίκρισε ένα νησί που δεν είχε τεθεί καν σε επιφυλακή! Το πλοίο «Ρέθυμνος» ήταν νεότευκτο και αξεχρέωτο, και όμως το διέθεσε στον αγώνα ο πλοιοκτήτης του, Ανδρέας Ποταμιάνος, προσωπικός φίλος του Γεώργιου Γρίβα. Είχε υπηρετήσει κοντά του και ήταν πολύ συνδεδεμένος με την Κύπρο.

    Μέχρι τότε οι Τούρκοι κατείχαν το 4% του Κυπριακού εδάφους και έτρεφαν άσβεστο μίσος κατά των Ελλήνων καταδρομέων, που αν πιάνανε κάποιον αιχμάλωτο, τον εκτελούσαν επί τόπου. Εν καιρώ εκεχειρίας, συνέχιζαν κανονικά την προέλαση τους προς την Κερύνεια ενώ εμείς κάναμε πίσω («όπλα δεσμευμένα»), περιμένοντας τα αποτελέσματα των συνομιλιών στην Γενεύη. Ο αντισυνταγματάρχης Πυροβολικού Στυλιανός Καλμπουρτζής, υπακούοντας στις εγκληματικές οδηγίες από το ΓΕΕΦ («Θα μείνεις εκεί και θα πέσεις πάνω στα πυροβόλα σου»), έδωσε μαζί με την 181 Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού μια άνιση μάχη, και έπεσε ο ίδιος, μαζί με 38 αξιωματικούς και οπλίτες. Σχεδόν 41 χρόνια μετά, τον περασμένο Απρίλιο, ήλθαν τα θετικά αποτελέσματα ταυτοποίησης των οστών του, ενώ μέχρι τότε θεωρείτο αγνοούμενος.

    Στις 3.30 τα χαράματα της 14ης Αυγούστου 1974, τελειώνουν με πλήρη αποτυχία στη Γενεύη οι τριμερείς διαπραγματεύσεις Ελλάδας, Τουρκίας και Βρετανίας, και δίνεται από τους Τούρκους το σύνθημα «Πέστε στην Αϊσέ να πάει διακοπές», που ήταν το σύνθημα να ξεκινήσει ο «Αττίλας 2». Παράλληλα, ο Καραμανλής με το περίφημο «Η Κύπρος κείται μακράν», κλείνει το μάτι στους Τούρκους, αφήνοντάς τους το πεδίο ελεύθερο, και αρχίζει η προέλασή τους.

    Πρώτα καταλαμβάνουν την Αμμόχωστο, αν και δεν αποτέλεσε ποτέ πραγματικό στόχο των δυνάμεων εισβολής, αλλά έγινε ο εύκολος στόχος απο την στιγμή που οι κάτοικοι της την είχαν εγκαταλείψει. Ο ΥΠΕΘΑ Ευάγγελος Αβέρωφ είχε δώσει εντολή «να σωθεί το στράτευμα», αντί να δοθεί εντολή πως θα σωθεί η πόλη. Στις 16/8 ο «Αττίλας 2» ολοκληρώνεται με την κατάληψη της Μόρφου. Οι Τούρκοι ήδη κατείχαν το 36,4% του Κυπριακού εδάφους.

    Μετά αρχίζει η επική μάχη της ΕΛΔΥΚ, η οποία διδάσκεται στην Βρετανική Στρατιωτική Ακαδημία, αλλά δεν ξέρει τίποτα για αυτήν η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Για πολλά χρόνια, οι άνθρωποι αυτοί δεν υπήρχαν για την Ελλάδα, ήτανε «φαντάσματα» και κάποιοι τους συγχέουν με τους μαχητές του ʼ40. Πολέμησαν άοπλοι εναντίον ενόπλων, ένας προς 22 και επέφεραν μεγάλες απώλειες στον εχθρό. Μόνο στην μάχη της ΕΛΔΥΚ χάθηκαν 900 με 1200 Τούρκοι στρατιώτες, ενώ υπήρξαν και άλλες μάχες, στις οποίες υπέστησαν μεγάλες απώλειες. Έγιναν φοβερές μάχες, χωρίς καθόλου πολεμοφόδια. Φθάσανε οι Έλληνες στρατιώτες να μην έχουν σφαίρες και να βγάζουν το κράνος τους και να το πετάνε στο επιτιθέμενο Τούρκικο άρμα. Έμενε κάποιος πίσω μόνος για να καλύψει αυτούς που αποχωρούσαν και άκουγαν τους πυροβολισμούς του μέχρι που έπαυαν. Ένας άλλος κράτησε τους επελαύνοντες Τούρκους μαζί με άλλους λίγους, μέχρις ότου εμφανίστηκε ο 6ος λόχος.

    Υπάρχουν ερωτηματικά για ποιο λόγο η διοίκηση μεταφέρθηκε δύο φορές πιο πίσω και έφθασε μέχρι τα Δευτερά και από εκεί έδωσε εντολή σε μαγείρους, ταχυδρομικούς, εφοδιασμού μεταφορών, μουσικούς, μηχανικούς, οδηγούς, να υπερασπισθούν ένα ύψωμα και όχι ειδικευμένους στρατιώτες για μάχη εκ του συστάδην. Και όμως αυτοί οι άνδρες (κοντά στους τριακόσιους) για τρεις μέρες κράτησαν τους Τούρκους μακριά και έσωσαν την τιμή της Ελλάδας. Στον Γερόλακκο Λευκωσίας, έπεσε ο λοχαγός του Μηχανικού Σωτήρης Σταυριανάκος, που συμμετείχε στην υπεράσπιση του στρατοπέδου της ΕΛΔΥΚ, ως επικεφαλής 33 οπλιτών, που κράτησαν το στρατόπεδο από τις 14/8 έως τις 16/8.

    Στην μάχη της Λευκωσίας, το 336 Τάγμα Πεζικού, μαζί με το 212 Τάγμα Πεζικού, κράτησαν τους Τούρκους και σώσανε την Λευκωσία και όλα τα προάστιά της, από την κατάληψη από τους Τούρκους. Επικεφαλής τους ήταν ο ταγματάρχης Δημήτρης Αλευρομάγειρος, για τον οποίον κάποιοι εκφράσθηκαν αρνητικά, αλλά το τάγμα του είναι αυτό που κράτησε τους Τούρκους μακριά. Στην μάχη στο Πυρόι, ένα χωριό στα περίχωρα της Λευκωσίας, το υπερασπίστηκαν 30 άνδρες της 31 ΜΚ, με δυο πολυβόλα τσέχικα στα άκρα και δύο πολυβόλα FN MAG στο κέντρο, χωρίς αντιαρματικά. Με αυτά απέκρουσαν 3 πάνοπλες και πολυάριθμες τουρκικές επιθέσεις. Ήταν η τελευταία μάχη, που κράτησε τους Τούρκους μακριά από τα ανατολικά της Λευκωσίας.

    Από τους αξιωματικούς που βρίσκονταν στην Κύπρο τότε, άλλοι προήχθησαν αργότερα σε ανώτατα αξιώματα, δυσανάλογα με τις υπηρεσίες που προσέφεραν (αν προσέφεραν), ενώ άλλοι που πολέμησαν ηρωικά, ρισκάροντας και την ίδια τους την ζωή, όχι μόνο δεν ανταμείφθηκαν, αλλά βρήκαν και τον μπελά τους, όπως π.χ. ο Ελευθέριος Χανδρινός. Η προδοσία φαίνεται ξεκάθαρα από τις πρώτες ώρες της Τουρκικής αποβασης, εκ μέρους και της Ελλαδικής και της Ελληνοκυπριακής στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας. Επιπλέον, έχουμε μια άτυπη και απροκάλυπτη συνεργασία των Τούρκων εισβολέων με τους Βρετανούς και τους ΟΗΕδες στο νησί. Και, μέχρι σήμερα, 41 χρόνια μετά, ο φάκελος της Κύπρου παραμένει κλειστός «για λόγους εθνικού συμφέροντος».

    Όσοι Ελληνόψυχοι πολέμησαν εκεί, ουσιαστικά με γυμνά χέρια, είχαν απέναντί τους να αντιπαλέψουν θεούς και δαίμονες και όμως κατάφεραν πάρα πολλά, έστω και κάτω από αυτές τις συνθήκες. Και εδώ δικαιώνεται η φράση του συγγραφέα: «Στην Κύπρο δεν νίκησαν οι Τούρκοι, εμείς χάσαμε».

    Μετά το τέλος της παρουσίασης, ακολούθησε διάλογος του συγγραφέα με το κοινό. Στο τέλος, ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Ιωάννης Γιαννάκενας, ευχαρίστησε το κοινό για την παρουσία του στην εκδήλωση, παρά τον καύσωνα.