Έθνος ακέφαλο

  • Δημοσιεύτηκε: 24 Ιούνιος 2018

    Ένας ψυχρός απολογισμός στο θέμα του Σκοπιανού θα έλεγε: Οι Έλληνες έβλεπαν τι ερχόταν. Αντέδρασαν όμως μόνον εκτός Βουλής και ουσιαστικά χωρίς την στήριξη των κοινοβουλευτικών κομμάτων.

    Η πρόταση δυσπιστίας ήταν εν τη γενέσει της καταδικασμένη, διότι όλοι γνωρίζαμε ότι, ακόμη και αν κάποιος εγκατέλειπε το κυβερνητικό στρατόπεδο, ο κ. Μπαρμπαρούσης και το ΚΚΕ είχαν φροντίσει να ενισχύσουν τη θέση της κυβερνήσεως. Δυστυχώς, η Νέα Δημοκρατία ολιγώρησε, εγκλωβισμένη στην σύνθετη ονομασία που η ίδια είχε αποδεχτεί ως ενδεχόμενη λύση και την χαμηλή θέση που τα εθνικά ζητήματα κατέχουν στην πολιτική της ατζέντα.

    Έτσι, βρέθηκαν χιλιάδες Έλληνες έξω από τη Βουλή κραυγάζοντες ακέφαλοι, χωρίς σχέδιο και χωρίς συνθήματα, να αποκαλούν τον πρωθυπουργό και τον κυβερνητικό εταίρο προδότες και να απειλούν – τάχα - ότι θα μπουκάρουν στη Βουλή. Όποιος ήταν παρών, βέβαια, αντελήφθη ότι το όλο εγχείρημα εξυπηρετούσε καθαρά μία έμφαση στην λαϊκή οργή και ότι, ακόμη και αν κάποιοι διαπερνούσαν τα ανθρώπινα τείχη των ΜΑΤ, δεν θα ήξεραν πώς να προχωρήσουν.

    Σε μία σύγκρουση, όπου η λαϊκή συναίνεση ήταν γι’ αυτές εξασφαλισμένη, τόσο η Νέα Δημοκρατία, όσο και η Χρυσή Αυγή, απέτυχαν να εκπροσωπήσουν την εθνική αγανάκτηση και να την εκμεταλλευτούν χάριν της πατρίδας. Αρχίζοντας από τους τελευταίους, αυτοί όχι μόνον λειτούργησαν ως αποπροσανατολιστικός σκόπελος προς όφελος της κυβερνήσεως, με τους θεατρινισμούς του κ. Μπαρμπαρούση και τα χειροκροτήματα που προσέφεραν αφειδώς στις ανοησίες του λίγο προ της διαγραφής του, αλλά και απεπειράθησαν εν συνεχεία με τον βουλευτή Λαγό να καπηλευτούν τη διαμαρτυρία στην πλατεία Συντάγματος, πετώντας τρικάκια του κόμματός τους και αλλοιώνοντας τον συλλογικό και τον υπερκομματικό χαρακτήρα της διαμαρτυρίας.

    Η Νέα Δημοκρατία είχε έξι μήνες καιρό να προετοιμάσει αυτήν την πρόταση δυσπιστίας, αλλά και την κομματική της βάση, ασκώντας πίεση στα στελέχη του κυβερνητικού εταίρου και καταδεικνύοντας το μέγεθος της προδοσίας. Μπορούσε περισσότερο από οιονδήποτε άλλον - εντός και εκτός Βουλής - να ασκήσει πίεση. Δεν το έπραξε. Η ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη επί της προτάσεως μαρτυρά την εμμονική από μέρους του απαξίωση των λαϊκών κινητοποιήσεων, όταν είπε: «Στέκομαι για λίγο στο θέμα των συλλαλητηρίων. Εμείς στη Νέα Δημοκρατία σεβόμαστε και ακούμε τους πολίτες που όλους αυτούς τους μήνες διαμαρτύρονται σε μεγάλα συλλαλητήρια σε όλη τη χώρα. Εμείς όμως είμαστε εδώ, είμαστε μέσα στην αίθουσα της Ολομέλειας για να σας σταματήσουμε, ακολουθώντας κοινοβουλευτικές διαδικασίες». «Άλλο εμείς και άλλο αυτοί», δηλαδή.

    Τα μικρόβια του ελιτισμού, από την μια, και του περιθωριακού ιδρυματισμού, από την άλλη, άφησαν έναν λαό μόνο του να αντιστέκεται στις εθνικές ταπεινώσεις που του επιφυλάσσει ένας αδίστακτος αριστερός και προδοτικός εσμός.