Ίνοχ Πάουελ, 40 χρόνια μετά

  • Δημοσιεύτηκε: 21 Αύγουστος 2011

    Συμπληρώθηκαν φέτος 40 χρόνια από μία ιστορική ομιλία για το πρόβλημα της μετανάστευσης στην Ευρώπη. Πρόκειται για την ομιλία του Βρετανού πολιτικού Ίνοχ Πάουελ στο Μπίρμινγκχαμ στις 20 Απριλίου 1968. Ο Ίνοχ Πάουελ γεννήθηκε το 1912 στο Μπίρμινγκχαμ, σπούδασε Αρχαία Ελληνικά και Λατινικά στο Καίμπριτζ και σε ηλικία μόλις 25 ετών διορίστηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϋ στην Αυστραλία. Αντίπαλος της πολιτικής του κατευνασμού του Νέβιλ Τσάμπερλαιν προς την ναζιστική Γερμανία, προέβλεψε εγκαίρως πως αυτή θα αποθράσυνε τον Χίτλερ και θα οδηγούσε σε πόλεμο. Αμέσως μετά την έκρηξη του πολέμου, κατατάχθηκε στον βρετανικό στρατό και υπηρέτησε στο μέτωπο της Βορείου Αφρικής. Εκεί συνάντησε Αμερικανούς αξιωματικούς και, συζητώντας μαζί τους, αντελήφθη πως ένας από τους κύριους στόχους των ΗΠΑ ήταν η διάλυση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας μεταπολεμικώς. Το 1950 εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής και συνέχισε να εκλέγεται αδιαλείπτως μέχρι το 1987.

    Το 1968 ο Ίνοχ Πάουελ προαλειφόταν ως ο πιθανότερος διάδοχος του Έντουαρντ Χιθ στην ηγεσία του Συντηρητικού Κόμματος και θεωρείτο ένας από τους ικανότερους Βρετανούς ρήτορες. Το Εργατικό Κόμμα βρισκόταν στην εξουσία και είχε φέρει προς ψήφιση στην Βουλή τον «Νόμο για τις Φυλετικές Σχέσεις». Ο νόμος επενέβαινε στην λειτουργία των ιδιωτικών επιχειρήσεων και καθιστούσε παράνομη την άρνηση στέγης ή εργασίας εξαιτίας της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής. Ο Πάουελ αποφάσισε να μιλήσει με παρρησία κατά του νόμου και η ομιλία έμεινε γνωστή ως «η ομιλία για τους ποταμούς αίματος».

    Ο Ίνοχ Πάουελ ξεκίνησε την ομιλία του λέγοντας πως σε συνομιλία που είχε λίγες εβδομάδες νωρίτερα με έναν από τους ψηφοφόρους του, έναν μεσήλικα άνδρα, αυτός του είπε ευθέως: «Αν είχα τα λεφτά, θα έφευγα από αυτή την χώρα. Έχω τρία παιδιά, δύο από αυτά παντρεμένα με οικογένεια. Δεν θα είμαι ικανοποιημένος μέχρι όλα να φύγουν στο εξωτερικό. Σε αυτή την χώρα σε 15 με 20 χρόνια οι μαύροι θα έχουν το πάνω χέρι σε σχέση με τους λευκούς». Ο Πάουελ συνέχισε: «Όταν ένας αξιοπρεπής μέσος Άγγλος λέει σε εμένα, στον βουλευτή του, πως η χώρα του δεν αξίζει να ζει αυτός και τα παιδιά του, δεν έχω δικαίωμα να αδιαφορήσω και να συνεχίσω να ασχολούμαι με κάτι άλλο. Εκατοντάδες χιλιάδες Άγγλοι λένε το ίδιο πράγμα, καθώς η μεταμόρφωση που υφίστανται περιοχές της χώρας είναι άνευ προηγουμένου στα τελευταία χίλια χρόνια».

    Ο Πάουελ ανέφερε ότι σύμφωνα με στατιστικές του Γενικού Ληξιαρχείου σε 15 με 20 χρόνια θα υπήρχαν 3,5 εκατομμύρια μετανάστες και οι απόγονοί τους στην Βρετανία. Ο Πάουελ εκτιμούσε ότι μέχρι το 2000 αυτός ο αριθμός θα ήταν 5 με 7 εκατομμύρια, περίπου το 1/10 του πληθυσμού. «Είναι επείγον να σταματήσουμε την εισροή και να προωθήσουμε την μέγιστη εκροή, γιατί το 1985, η πλειοψηφία των μεταναστών θα έχουν γεννηθεί στην Βρετανία. Πρέπει να είμαστε τρελοί να επιτρέπουμε την ετήσια εισροή 50.000 προστατευόμενων μελών οικογένειας, τα οποία αποτελούν το υλικό της μελλοντικής αύξησης του μεταναστευτικού πληθυσμού. Είναι σαν να παρακολουθεί κάποιος ένα έθνος να φτιάχνει την ίδια την νεκρική του πυρά. Τόσο παράλογοι είμαστε που επιτρέπουμε σε ανύπανδρα άτομα να μεταναστεύσουν για να παντρευτούν συζύγους που ποτέ δεν έχουν δει».

    Ο Πάουελ τάχθηκε υπέρ του εθελοντικού επαναπατρισμού με γενναίες παροχές και βοήθεια και ανέφερε ότι αυτό του το ζητούν και μετανάστες. Υποστήριξε ότι όλοι οι πολίτες πρέπει να είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, αλλά: «Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μετανάστες και οι απόγονοί τους πρέπει να εξελιχθούν σε μία προνομιακή τάξη ή ότι οι πολίτες πρέπει να χάσουν το δικαίωμά τους να κάνουν διακρίσεις μεταξύ των συμπολιτών τους στην διαχείριση των υποθέσεών τους ή να υποβάλλονται σε Ιερά Εξέταση για τα αίτια και τα κίνητρα που επέλεξαν να συμπεριφερθούν με τον ένα νόμιμο τρόπο και όχι με τον άλλο».

    Ο Πάουελ υποστήριξε ότι «οι δημοσιογράφοι που καλούν την κυβέρνηση να ψηφίσει «νόμους κατά των διακρίσεων» είναι του ίδιου τύπου και μερικές φορές από τις ίδιες εφημερίδες που κατά την δεκαετία του 1930 είχαν «τυφλώσει» την χώρα απέναντι στον ανερχόμενο κίνδυνο που αντιμετώπιζε (την ναζιστική Γερμανία)». Ο Πάουελ είπε ότι αυτή η νομοθεσία θα χρησιμοποιηθεί εις βάρος του ιθαγενούς πληθυσμού και είναι «σαν να ρίχνει κάποιος ένα σπίρτο σε μπαρουταποθήκη». Τέλος προειδοποίησε ότι «όπως και ο Ρωμαίος, βλέπω τον Τίβερη να αφρίζει με πολύ αίμα», μία αναφορά σε απόσπασμα της Αινιάδας του Ρωμαίου ποιητή Βιργίλιου.

    Ο λόγος του Πάουελ προκάλεσε την οργή του πολιτικού κατεστημένου της Μεγάλης Βρετανίας. Ο αρχηγός των Συντηρητικών Έντουαρντ Χιθ τον καθήρεσε από «σκιώδη Υπουργό Άμυνας», ενώ ο αρχηγός των Φιλελευθέρων Τζέρεμυ Θορπ είπε ότι πρέπει να διωχθεί δικαστικώς καθώς εξωθεί σε αναταραχές. Όμως οι απλοί Βρετανοί συμφωνούσαν με τον Πάουελ και εκδήλωσαν έμπρακτα την υποστήριξή τους. 1000 λιμενεργάτες πραγματοποίησαν πορεία υπέρ του Πάουελ από την εργατική συνοικία East End προς το Παλάτι του Ουέστμινστερ. Εργάτες σε εργοστάσια σε όλη την χώρα κατέβηκαν σε απεργία υπέρ του Πάουελ. Μέσα σε 5 ημέρες ο Πάουελ έλαβε 30.000 γράμματα υποστήριξης και μόλις 30 διαμαρτυρίας. Σε σχετικό γκάλοπ το 74% των Βρετανών συμφωνούσε με την ομιλία του και το 83% πίστευε ότι η μετανάστευση πρέπει να περιοριστεί. Τελικά όμως το κατεστημένο κατόρθωσε να επιβάλλει την πολιτική του. Το 1974 ο Πάουελ εξαναγκάστηκε σε αποχώρηση από το Συντηρητικό Κόμμα, λόγω της διαφωνίας του στο ζήτημα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

    Δυστυχώς για την Μεγάλη Βρετανία οι προβλέψεις του Πάουελ αποδείχθηκαν όχι υπερβολικές, αλλά μετριοπαθείς. Σύμφωνα με την απογραφή του 2001, το 14% περίπου του πληθυσμού της χώρας αποτελείται από μετανάστες (άνω του 10% που προέβλεπε ο Πάουελ). Στο Λονδίνο το ποσοστό των μεταναστών είναι 40%. Το Μπίρμινγκχαμ, η πόλη που γεννήθηκε ο Πάουελ και στην οποία εκφώνησε τον ιστορικό λόγο του, θα έχει το 2024 πληθυσμό κατά πλειοψηφία μεταναστών. Στην εκλογική περιφέρεια του Γούλβερχαμπτον που εκλεγόταν επί πολλά έτη ο Πάουελ με το Συντηρητικό Κόμμα, η υποψήφια των Συντηρητικών το 2005 ήταν μία Ινδή. Στην Βρετανία λειτουργούν σήμερα 1600 τζαμιά και το Λονδίνο αποκαλείται ειρωνικά από τους ίδιους τους κατοίκους του «Λονδονιστάν» εξαιτίας του πλήθους των μουσουλμάνων μεταναστών. Στις 7 Ιουλίου 2005 4 μουσουλμάνοι από οικογένειες μεταναστών πραγματοποίησαν επιθέσεις αυτοκτονίας στο μετρό του Λονδίνου, στις οποίες σκοτώθηκαν 52 και τραυματίστηκαν περίπου 700. Ο Πάουελ είχε δίκιο. Η χαλαρή μεταναστευτική πολιτική απέτυχε και η Βρετανία πληρώνει τις συνέπειες. «Ο Τίβερης αφρίζει με αίμα».


    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος 11 (Μάιος 2008) του μηνιαίου περιοδικού Patria.
    Κατηγορία: