Ανατροπή μόνο με πολιτική βούληση

  • Δημοσιεύτηκε: 03 Μάρτιος 2019

    Η ανατροπή της προδοτικής Συμφωνίας των Πρεσπών με νομικά μέσα είναι μια καραμέλα που αναμασήθηκε πολλές φορές τους τελευταίους μήνες, τόσο πριν από την επικύρωσή της από την ευκαιριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία της 25ης Ιανουαρίου 2019 όσο και έπειτα από αυτήν. Κανείς δεν αντιλέγει, βεβαίως, ότι η όλη διαδικασία που ακολουθήθηκε ήρθε σε αντίθεση με πολλές διατάξεις του εγχώριου, αλλά και του διεθνούς δικαίου, επομένως, όπως εξάλλου ισχυρίζονται και διακεκριμένοι νομικοί, υπάρχουν σοβαρά νομικά επιχειρήματα για την ανατροπή της συμφωνίας.

    Υιοθετώντας, όμως, αυτή τη λογική και βλέποντας τα πράγματα μέσα από το πρίσμα της, παραβλέπουμε κάτι που αποτέλεσε τον καταλυτικό παράγοντα για την υλοποίηση αυτής της ντροπιαστικής συμφωνίας: ότι δηλαδή αυτή η συμφωνία υλοποιήθηκε με συγκεκριμένες πολιτικές αποφάσεις, που υλοποίησαν συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα. Και δεν αναφερόμαστε μόνο σε όσους την υπερψήφισαν στη Βουλή, αλλά και σε όσους με την παθητική στάση τους ουσιαστικά νομιμοποίησαν και αποδέχθηκαν τετελεσμένα μιας πολιτικά, ηθικά και νομικά διάτρητης συμφωνίας.

    Διότι, πέραν της απροκάλυπτα προδοτικής στάσης των βουλευτών της αριστερής κυβέρνησης και των συνοδοιπόρων της, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας και η στάση της αντιπολίτευσης, που αποτυπώθηκε εύγλωττα στην συνέντευξη του προέδρου των Γερμανών Φιλελευθέρων Κρίστιαν Λίντνερ, ο οποίος εκθείασε τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης «που λέει ότι ως πρωθυπουργός δεν θα ακυρώσει την απόφαση, αλλά θα την ακολουθήσει ακόμη κι αν έχει διαφορετική άποψη!»

    Είναι φανερό λοιπόν ότι, για να αποκτήσουν ουσιαστική ισχύ τα όποια νομικά επιχειρήματα υπάρχουν, πρέπει προηγουμένως να έχει δημιουργηθεί μία πολιτική ηγεσία αποφασισμένη να συγκρουσθεί σε ένα δυσμενές πλέον διεθνές περιβάλλον, για την ανατροπή αυτής της προδοτικής συμφωνίας. Δυσμενές, όχι απλώς διότι η κυβέρνηση Τσίπρα ταύτισε τις επιδιώξεις του εξωτερικού παράγοντα με τις δικές της ιδεοληψίες και ξεπούλησε την Μακεδονία μας, αλλά κυρίως διότι όλες οι επόμενες ελληνικές κυβερνήσεις θα βρίσκουν μπροστά τους ελληνικές υπογραφές στο ξεπούλημα αυτό.

    Είναι χαρακτηριστικό, εξάλλου, ότι η δημοσιογράφος του BBC που βρισκόταν πίσω από το απαράδεκτο και ανθελληνικό δημοσίευμα περί «καταπιέσεως της μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα» είχε ελληνικό ονοματεπώνυμο. Δεν πρόκειται να εκλείψουν οι «πρόθυμοι» υποστηρικτές των σκοπιανών θέσεων, ασχέτως των όποιων κινήτρων έχει καθένας τους.

    Ας μην έχουμε ψευδαισθήσεις. Οι Σκοπιανοί από την πλευρά τους δεν πρόκειται να διακινδυνεύσουν ούτε να χαλάσουν την ευνοϊκή γι’ αυτούς εικόνα που απέκτησαν (εξαιτίας μας) ως «διαλλακτικοί και υποχωρητικοί», ούτε βεβαίως να φανούν ότι δεν τηρούν τις διατάξεις του άρθρου 6 της συμφωνίας, που προβλέπει μεταξύ άλλων ότι θα πρέπει να λαμβάνουν μέτρα και να αποθαρρύνουν προκλητικές για την Ελλάδα ενέργειες τόσο δημόσιων όσο και ιδιωτικών φορέων και προσώπων.

    Τα προβλήματα για τη χώρα μας διεθνώς θα εκπορεύονται από το εσωτερικό της, από διάφορους τέτοιους «προθύμους», όπως κάποιοι που θεωρούν ότι είναι «ανιστόρητο» το σύνθημα «η Μακεδονία είναι μία και είναι ελληνική» ή που χαρακτηρίζουν «φασισταριό» όσους πολίτες διαμαρτύρονται για το ξεπούλημα της πατρίδας τους. Από κοντά τους και διάφοροι περιθωριακοί τύποι που λαθροβιούν στις τοπικές κοινωνίες τους υπερασπιζόμενοι τα δικαιώματα μιας ανύπαρκτης «μακεδονικής εθνικής μειονότητας», και άρχισαν ήδη να δημιουργούν συλλόγους-σφραγίδες ζητώντας διδασκαλία και δημόσια χρήση της «γλώσσας» τους κ.λπ.

    Όλα αυτά μπορούν να σταματήσουν και να ανατραπούν μόνο με την ανάδειξη νέων ηγεσιών, σε κάθε τομέα του δημόσιου βίου. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση, ως θεσμός που αποτελεί και το κύτταρο της δημοκρατίας, θεωρείται προνομιακός χώρος για κάτι τέτοιο και δεν είναι τυχαίο ότι μέσω αυτής αποτυπώθηκε η βούληση του λαού για αντίσταση, μέσα από τα σχετικά ψηφίσματα καταδίκης της συμφωνίας στη συντριπτική πλειονότητα των δήμων της Μακεδονίας. Οι νέες δημοτικές Αρχές που θα προκύψουν στις εκλογές του Μαΐου θα πρέπει από τώρα να γνωρίζουν και να συναισθάνονται το χρέος τους απέναντι στην Ιστορία.

    Κατηγορία: