Η διαχρονική ανακολουθία της μεταναστευτικής πολιτικής της Ελλάδας (1993-2007)

  • Δημοσιεύτηκε: 06 Μάιος 2018

    Ένα στοιχείο της (κατ’ επίφασιν) μεταναστευτικής πολιτικής που ασκείται στην χώρα μας είναι η πλήρης ασυνέπεια και ανακολουθία μεταξύ των σχετικών προτάσεων που κατά καιρούς διατυπώθηκαν από επίσημους φορείς για το θέμα και των πολιτικών που τελικώς θεσπίσθηκαν και ακολουθήθηκαν.

    Χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση αποτελεί το πόρισμα της διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας. Το πόρισμα αυτό δημοσιοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 1993, στην Επιτροπή συμμετείχαν βουλευτές της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και του Συνασπισμού και επισημαινόταν ότι: «Πρέπει να γίνεται αυστηρός έλεγχος για την νομιμότητα της εισόδου στη χώρα μας και για την νόμιμη παραμονή και απασχόληση» (σελ. 40). Η Επιτροπή τόνιζε τον σημαντικό ρόλο των κοινών πολιτιστικών ριζών και του κοινού θρησκευτικού δόγματος για την ομαλή ενσωμάτωση πληθυσμών στην ελληνική κοινωνία. Πιο συγκεκριμένα, αναφορικά με τον επαναπατρισμό των ομογενών Ποντίων και Βορειοηπειρωτών, στο πόρισμα σημειωνόταν ότι: «Οι κοινές πολιτιστικές ρίζες και η Ορθοδοξία βοηθούν πολύ στην προσαρμογή και αφομοίωσή τους από την ελληνική κοινωνία» (σελ. 15).

    Μάλιστα, η Επιτροπή επισήμαινε ότι: «Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί η είσοδος και η απασχόληση εκατοντάδων χιλιάδων ξένων μεταναστών νομίμως (και παρανόμως κυρίως) εισελθόντων στη χώρα μας στις δύο τελευταίες δεκαετίες. Με την αθρόα είσοδο λαθρομεταναστών-αλλοδαπών κυρίως μουσουλμάνων από Αφρικανοασιατικές χώρες, η Ελλάς μεταβάλλεται σε τόπο υποδοχής μεταναστών που δημιουργούν σοβαρά κοινωνικοοικονομικά προβλήματα και δεν μπορούν να προσαρμοστούν προς την ελληνική κοινωνία λόγω του τελείως διαφορετικού πολιτισμού του Ισλάμ, που δεν είναι μόνο θρησκεία αλλά και τρόπος ζωής» (σελ. 15). Χαρακτηριστικά, στο πόρισμα υπογραμμιζόταν ότι: «Οι μουσουλμάνοι έχουν άλλα πρότυπα, άλλα ιδανικά και διαμορφώνουν άλλες κοινωνίες διαφορετικές του δυτικού πολιτισμού» (σελ. 32).

    Η επιτροπή, κάνοντας μία δημογραφική σύγκριση της Ελλάδας με άλλες χώρες, επισήμαινε την μεγάλη γεννητικότητα της Τουρκίας, αλλά και την αντίστοιχη της Αλβανίας και ανέφερε: «Ο Αλβανικός πληθυσμός περιλαμβανομένου και του ευρισκόμενου στις γειτονικές χώρες (Νέα Γιουγκοσλαβία, Σκόπια, Βουλγαρία) θα διπλασιαστεί μετά από 30-35 έτη και από 6 εκατ. σήμερα θα πλησιάσει τα 12, δηλαδή το 2025 θα υπερτερεί κατά 20% του Ελληνικού πληθυσμού ακόμη και αν οι δημογραφικοί μας δείκτες βελτιωθούν» (σελ. 29).

    Όταν το 1995 ο υπουργός Εργασίας Στέφανος Τζουμάκας ετοίμαζε σχέδιο νόμου για την νομιμοποίηση των παρανόμων μεταναστών είχε εξαιρέσει από την διαδικασία αυτή τους Αλβανούς, καθώς θεώρησε ότι η περίπτωσή τους ανάγεται στην εξωτερική πολιτική της χώρας («Καθημερινή», 19/11/1995). Επιπλέον, το 1997, κατά τον σχεδιασμό της νομιμοποίησης των παρανόμων μεταναστών, υπήρξε διαφωνία μεταξύ των συναρμόδιων υπουργείων αναφορικά με το αν έπρεπε ή όχι να προχωρήσει η νομιμοποίηση αυτή. Πιο συγκεκριμένα, παρ’ όλο που το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων βρισκόταν στην τελική φάση εκπόνησης του νομοσχεδίου για την νομιμοποίηση όλων των παρανόμων μεταναστών, τόσο ο υπουργός Δημόσιας Τάξεως Γιώργος Ρωμαίος, όσο και ο υφυπουργός Εθνικής Άμυνας Δημήτρης Αποστολάκης, διαφώνησαν έντονα με το σκεπτικό ότι οι Αλβανοί παράνομοι μετανάστες ήδη είχαν αρχίσει να αποκτούν τα χαρακτηριστικά μειονότητας, ενώ το σχέδιο νομιμοποίησης θα προκαλούσε αθρόα προσέλευση και άλλων ομοεθνών τους στην χώρα μας («Ελεύθερος Τύπος» 18/1/1997, «Καθημερινή» 24/5/1998).

    Στα μέσα του 1997, το υπουργικό συμβούλιο αποφάσισε ομοφώνως ότι «των ρυθμίσεων (νομιμοποίηση οικονομικών μεταναστών) θα εξαιρεθούν οι μετανάστες από όμορες χώρες, δηλαδή όσοι προέρχονται από την Αλβανία, την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, την Βουλγαρία και την Τουρκία, καθώς η διάκριση δεν μπορούσε να αφορά μόνο τους Αλβανούς» («Ελευθεροτυπία», 28/6/1997). Κατόπιν προτάσεως του υπουργού Εσωτερικών Αλέκου Παπαδόπουλου, δημιουργήθηκε το 1998 επιτροπή προκειμένου να επεξεργασθεί το νομοσχέδιο που τελικά αποτέλεσε την πρώτη προσπάθεια νομιμοποίησης παρανόμων μεταναστών στην χώρα μας. Της επιτροπής προήδρευσε η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών Καλλιόπη Σπανού και σε αυτήν συμμετείχαν εκπρόσωποι οκτώ υπουργείων. Μεταξύ των αξόνων για την χάραξη μεταναστευτικής πολιτικής που πρότεινε η επιτροπή ήταν και οι εξής (Καθημερινή, 15-16/8/1998):

    * Περιοριστική πολιτική αποθάρρυνσης της παράνομης μετανάστευσης

    * Διατήρηση του προσωρινού - κατ’ αρχήν - χαρακτήρα της μετανάστευσης και διαμόρφωση προϋποθέσεων και κινήτρων προς αυτήν την κατεύθυνση (π.χ. κίνητρα επιστροφής στην χώρα προέλευσης)

    * Αποφυγή επιβάρυνσης της αγοράς εργασίας με εισροή εργατικού δυναμικού βάσει των δεδομένων της αγοράς εργασίας κατά τομέα και γεωγραφική περιοχή της χώρας

    Τελικά, όλες οι προαναφερθείσες επισημάνσεις και παρατηρήσεις αγνοήθηκαν και διαδοχικές κυβερνήσεις πραγματοποίησαν τέσσερις εκ των υστέρων νομιμοποιήσεις παρανόμων μεταναστών (1997, 2001, 2005 και 2008). Οι διαδοχικές εκ των υστέρων νομιμοποιήσεις αποτέλεσαν βασικό λάθος της μεταναστευτικής πολιτικής της χώρας μας, καθώς έδωσαν ένα πολύ δυνατό μήνυμα στους παράνομους μετανάστες ότι αν καταφέρουν να εισέλθουν στην Ελλάδα, να παραμείνουν σε αυτήν και να βρουν απασχόληση τότε αργά ή γρήγορα θα νομιμοποιούνταν. Έτσι, όμως, η χώρα μας αντί να αποθαρρύνει την παράνομη μετανάστευση, ουσιαστικά την ενθάρρυνε!


    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο ένθετο «Strategies & Politics» του φύλλου της 6ης Απριλίου 2018 της εφημερίδας «Παραπολιτικά».

    Κατηγορία: