Η Ελλάς και το πολυεθνικό συνονθύλευμα της ΕΕ (Β' μέρος)

  • Δημοσιεύτηκε: 09 Μάρτιος 2013

    Όπως είδαμε στο προηγούμενο μέρος του άρθρου, η ΕΟΚ ήταν ένας συμβιβασμός μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας με ρίζες στην εποχή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και του καθεστώτος του Βισύ. Τα κοινά συμφέροντα των δύο χωρών και η προσπάθειά τους να έχουν ρόλο στο παγκόσμιο πολιτικό γίγνεσθαι παρά την πίεση του Σοβιετικού μπλοκ, οδήγησαν στην σύμπηξη του συνασπισμού και στην σταδιακή διεύρυνσή του με κράτη-δορυφόρους.

    Η κατάρρευση του κομμουνισμού ήρθε να ανατρέψει την ισορροπία των δυνάμεων. Η Γερμανία πραγματοποίησε το όνειρο της ενώσεως και απέκτησε και πάλι πρόσβαση στην οικονομική της ενδοχώρα, την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Η ΕΟΚ έχασε το νόημα που είχε στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου. Η εξέλιξη αυτή θορύβησε την Γαλλία. Στην Σύνοδο του Φοντενεμπλώ, ο τότε πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Μιτεράν, εκβιάζοντας τον καγκελάριο της Γερμανίας με βέτο στην προσάρτηση της Ανατολικής Γερμανίας, επέβαλλε την Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ).

    Το σχέδιο βέβαια ήταν πολύ παλαιότερο (από την εποχή του Γ' Ράιχ), αλλά εξ' αιτίας της επιμονής της Γαλλίας επιταχύνθηκαν κατά πολύ οι εξελίξεις. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν η μετατροπή της ΕΟΚ σε ένωση κρατών, δηλ. η πρόσδεση όλων στο οικονομικό άρμα της Γερμανίας. Η Γαλλία ως μεγάλη χώρα θα είχε δικαιώματα μέσα στην Ένωση, ενώ οι μικρότερες χώρες θα έχαναν κάθε ίχνος ανεξαρτησίας.

    Σε αυτές τις εξελίξεις, η Ελλάδα είχε από την μία πλευρά τους ευρωλάγνους της Δεξιάς (λιμπεραλιστές της ΝΔ), του ΠΑΣΟΚ (στελέχη που είχαν πλουτίσει ληστεύοντας τα κονδύλια των ολοκληρωμένων μεσογειακών προγραμμάτων) και της Αριστεράς (κυρίως ευρισκόμενα στους λεγόμενους «ευρωκομμουνιστές» του ΚΚΕ εσωτερικού) να εμφανίζουν την ευρωπαϊκή ενοποίηση ως την φυσιολογική εξέλιξη για την Ελλάδα και το υπόλοιπο πολιτικό φάσμα να είναι ευμενώς ουδέτερο. Μοναδική εξαίρεση ήταν το ΚΚΕ, αλλά για λόγους που ουδεμία σχέση είχαν με τα ελληνικά συμφέροντα.

    Ως προς τα εθνικά θέματα είχαμε την διάψευση των προσδοκιών με πολύ οδυνηρό τρόπο. Όταν η Ελλάς θέλησε να εισέλθει στο στρατιωτικό σκέλος της Δυτικής Ευρωπαϊκής Ενώσεως (του ευρωπαϊκού «ΝΑΤΟ» το οποίο τελικώς ατόνησε) επειδή υπήρχε το άρθρο 5, το οποίο έλεγε ότι σε περίπτωση επιθέσεως σε κάποιο μέλος της Ενώσεως από τρίτη χώρα, αυτομάτως θα κήρυσσαν τον πόλεμο τα υπόλοιπα μέλη στην επιτιθέμενη χώρα, έγινε τροποποίηση του άρθρου ούτως ώστε να μην ισχύει για συνδεδεμένα μέλη. Και έκαναν την Τουρκία αμέσως συνδεδεμένο μέλος. Έδειξαν ξεκάθαρα οι ευρωπαϊκές χώρες ότι η Ελλάδα ήταν μόνη της σε οτιδήποτε είχε να κάνει με την Τουρκία, διότι τα οικονομικά συμφέροντα υπερισχύουν πάντοτε των όποιων ηθικών υποχρεώσεων.

    Το ίδιο στο Σκοπιανό όπου η Επιτροπή Μπατεντέρ γνωμοδότησε ότι η υιοθέτηση του ονόματος «Μακεδονία» από τα Σκόπια δεν δημιουργεί κανένα πρόβλημα στην Ελλάδα. 20 περίπου χρόνια μετά από την εκκίνηση της νέας φάσεως του Σκοπιανού, η Ελλάδα πιέζεται να κλείσει το θέμα και να μην δημιουργεί πρόβλημα. Φαίνεται λοιπόν ξεκάθαρα ότι στα εθνικά μας ζητήματα ουδέν θετικό προέκυψε.

    Αντιθέτως έγιναν πολλές φορές εκβιασμοί με τα οικονομικά πακέτα, από τα οποία σταδιακώς εξαρτήθηκε η ελληνική οικονομία. Αποκορύφωμα αυτής της λογικής ήταν η περίοδος του «εκσυγχρονισμού» του Κ. Σημίτη (αλλά και των Κ. Καραμανλή και Γ. Παπανδρέου) όπου εθεωρήθη ότι εφόσον παραδίδαμε την εθνική ανεξαρτησία και γινόμασταν τα «καλά παιδιά», θα απολαμβάναμε οικονομική ευημερία. Ουδέν ψευδέστερον, όπως όλοι καταλάβαμε με την οικονομική κρίση που μαστίζει την χώρα σήμερα. Εθνικό όραμα πλέον έγινε η ΟΝΕ και το ευρώ και σε αυτό τον βωμό θυσιάστηκαν τα εθνικά συμφέροντα. Ίμια, συμφωνία της Μαδρίτης (που αναγνώρισε ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας στο Αιγαίο), παράδοση Οτσαλάν, υποστήριξη του σχεδίου Ανάν (από ΝΔ-ΠΑΣΟΚ) και άλλες υποχωρήσεις, υποτίθεται ότι εξασφάλισαν το ευρώ και την ευημερία.

    Η καταστροφή της παραγωγικής βάσεως της χώρας έγινε με αλαλαγμούς χαράς από τους ευρωλιγούρηδες της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ διότι θα εδημιουργείτο χώρος για την νέα οικονομία. Οι λαθρομετανάστες, που από την αρχή της δεκαετίας του '90 άρχισαν να συρρέουν, θεωρήθηκαν ως το κοινωνικό εργαλείο που θα προωθούσε τον «πολυπολιτισμό», ο οποίος μαζί με τον οικονομικό λιμπεραλισμό έγιναν οι κυρίαρχες ιδεολογίες της ΕΕ. Οποιοσδήποτε εναντιωνόταν στην εισβολή των λαθρομεταναστών δεν ήταν καλός «Ευρωπαίος». Επιπλέον οι λαθρομετανάστες θα βοηθούσαν να πέσει ο πληθωρισμός και να διευκολυνθεί η είσοδος στην ΟΝΕ και την ευρωζώνη.

    Η κρίση που προέκυψε τα τελευταία χρόνια με δραματικές επιπτώσεις στο βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων, οδήγησε την πλειοψηφία των πολιτικών, αλλά και του λαού (με την βοήθεια των διαπλεκόμενων ΜΜΕ) στο να γαντζωθεί με πάθος στην ΕΕ και στο ευρώ, θεωρώντας ότι η συμμόρφωση με την Τρόικα, θα διορθώσει τα κακώς κείμενα. Η Ελλάδα έγινε το παράδειγμα προς αποφυγή και το μέσο εκτονώσεως της μιζέριας των ευρωπαϊκών λαών που προκάλεσε το ίδιο το σύστημα των τοκογλύφων. Η ΕΕ είναι ένα πολυεθνικό συνονθύλευμα, του οποίου η μοναδική αξία είναι το χρήμα και η μοναδική του ιδέα ο «πολυπολιτισμός». Πολύ σωστά το εξέφρασε ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι λέγοντας «αν η ΕΕ δεν βοηθήσει μια χώρα όπως η Ελλάδα την στιγμή που έχει ανάγκη, δεν έχει λόγο υπάρξεως».

    Οι Έλληνες εθνικιστές δεν είναι δυνατόν να υιοθετούν την συλλογιστική ούτε των νεοφιλελεύθερων, που θεωρούν ότι η ΕΕ θα επιβάλει τις πολιτικές που θέλουν (ιδιωτικοποιήσεις κ.λπ.), ούτε των τροτσκιστών της Άκρας Αριστεράς, που θεωρούν ότι υπό μορφή οδηγίας θα επιβληθούν πολιτικές («αντιρατσιστικοί» νόμοι, γάμοι ομοφυλοφίλων κ.λπ.) οι οποίες δεν θα περνούσαν ποτέ σε ένα ελληνικό κοινοβούλιο. Ηγέτες όπως ο Νάιτζελ Φάρατζ του Βρετανικού Κόμματος της Ανεξαρτησίας (UKIP) δείχνουν τον δρόμο για την επιβολή των απόψεων υπέρ της εθνικής ανεξαρτησίας, αναγκάζοντας τον πρωθυπουργό της Αγγλίας Κάμερον να δεχθεί την διενέργεια δημοψηφίσματος για την παραμονή της χώρας στην ΕΕ.

    Το ελληνικό εθνικό κράτος και όχι κάποιο συνονθύλευμα θα μας βγάλει από την κρίση εφόσον γίνει ελληνικό, εθνικό και κράτος. Και σε αυτόν τον δρόμο οφείλουμε να αγωνιστούμε.


    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 1ης Μαρτίου 2013 της εφημερίδας Ελεύθερος Κόσμος.

    Κατηγορία: