Η κληρονομιά της Μάργκαρετ Θάτσερ

  • Δημοσιεύτηκε: 30 Απρίλιος 2013

    H Μάργκαρετ Θάτσερ έσωσε την οικονομία της Μεγάλης Βρετανίας και αν ήταν λιγότερο ευρωσκεπτική θα μπορούσε να είχε σώσει την Ευρώπη από το ευρώ. Αλλά η έλλειψη ενδιαφέροντος για τα κοινωνικά ζητήματα, την τύφλωνε ως προς την τύχη του λαού της. Στο τέλος δημιούργησε ένα κόσμο, στον οποίο τόσο λίγοι κέρδισαν και τόσο πολλοί έχασαν. Οι εφημερίδες σε όλον τον κόσμο είχαν στο πρωτοσέλιδο τους φωτογραφίες της Θάτσερ, η οποία έφυγε την Δευτέρα 8 Απριλίου. Από την μια πλευρά, αυτό είναι από μόνο του απόδειξη για τα επιτεύγματα της και την επίδραση της. Με εξαίρεση τον Ουίνστον Τσόρτσιλ, είναι δύσκολο να σκεφθεί κανείς, όχι μόνον ένα Βρετανό πρωθυπουργό, αλλά γενικότερα ένα πολιτικό σε οποιοδήποτε μέρος που να ήταν σημαντικότερος από την Θάτσερ τα τελευταία 50 χρόνια.

    Αλλά σε τι έγκειται η αξία και η φήμη της Θάτσερ; Συνολικά μπορεί να πει κανείς ότι είχε τέτοια παγκόσμια σημασία όχι εξαιτίας των έργων της ή των επιτευγμάτων της, αλλά γιατί υπήρξε η προσωποποίηση μιας ιδεολογίας και έγινε το ζωντανό παράδειγμα μιας προσέγγισης στην Οικονομία, που προσπάθησε να γίνει παγκόσμια και όσον αφορά τις προθέσεις και τους σκοπούς της, κατάφερε να το επιτύχει. Κυβέρνησε βασισμένη σε συγκεκριμένες ιδέες και επί όσο καιρό έφτασε να τις ενσαρκώνει, αυτές της έδωσαν μια διάρκεια και κατάφερε να αγγίξει τόσους ανθρώπους πέρα από την συνηθισμένη διάρκεια μιας πετυχημένης πολιτικής ζωής. Αυτές οι ιδέες, που από τους ακαδημαϊκούς ονομάσθηκαν νεοφιλελεύθερες, εποικίσθηκαν τόσο πολύ από την παρουσία της Θάτσερ, που από τότε ονομάσθηκαν Θατσερισμός. Η Θάτσερ ήταν πάντα πιο σημαντική και ισχυρή στην μετάδοση των νεοφιλελεύθερων ιδεών από τον συνοδοιπόρο της Ρόναλντ Ρέιγκαν. Ως Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, ο Ρέιγκαν κατανόησε την νέα προσέγγιση στην Οικονομία ενστικτωδώς, αλλά η Θάτσερ τις αντιλήφθηκε ως ολοκληρωμένη ιδέα και τις επανέλαβε στην πράξη ως τέτοιες και είναι οι ολοκληρωμένες ιδέες και όχι οι διαισθήσεις που ξεπερνούν τον χρόνο, τις γλώσσες και τα έθνη.

    Τι ήταν λοιπόν ο Θατσερισμός; Σε βασικές γραμμές υπήρξε ένας ακραίος ατομικισμός, ο οποίος λατρευόταν σαν θρησκεία, φτιαγμένος και συνδυασμένος με μια επίκριση του κράτους και του κρατικού κολεκτιβισμού (τον οποίο ξεσήκωσε σχεδόν αποκλειστικά από τον διάσημο Αυστριακό οικονομολόγο Φρήντριχ φον Χάγιεκ) και μια άνευ ορίων και ολοκληρωτικής πίστης στερούμενης κριτικής στον φιλελευθερισμό της ελεύθερης αγοράς και των προγραμμάτων ιδιωτικοποίησης τα οποία κήρυττε ως σχεδόν δικά της. Το πάντρεμα αυτών των τριών στοιχείων αποτελεί στο δικό μου μυαλό την συνεχιζόμενη κληρονομιά του Θατσερισμού. Όσο αφορά δε την Αγγλία, όλο αυτό συνδυαζόταν με έναν αυστηρό Βρετανικό εθνικισμό, μια αποστροφή, ακόμα και περιφρόνηση για την Ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, μια παθιασμένη απέχθεια για τον κομμουνισμό, τον συνδικαλισμό και κάθε είδος θεσμού που στο μυαλό της ταυτίσθηκε με τους σοσιαλιστές, με την τοπική αυτοδιοίκηση να είναι το καλύτερο παράδειγμα. Και αν αυτό δεν ήταν αρκετό, επεδείκνυε εκπληκτικά αποθέματα ανθρώπινης θέλησης και μια υπερφυσική αποφασιστικότητα να φέρει εις πέρας το όραμα της και τις πολιτικές της.

    Ξεκινώντας από τα επιτεύγματα της, λίγη αμφιβολία υπάρχει στο ότι όταν ο Καπιταλισμός άρχισε να αλλάζει πορεία και όλο το μεταπολεμικό σύστημα στην Δύση κατέρρευσε στην δεκαετία του 1970, η Θάτσερ και οι συνεργάτες της, όπως ο Κηθ Τζόσεφ, ήταν ανάμεσα στους πρώτους πολιτικούς στον αναπτυγμένο κόσμο που το αναγνώρισαν και αντέδρασαν. Όταν η Θάτσερ εξελέγη ως η πρώτη γυναίκα ηγέτης του Συντηρητικού κόμματος το 1975 και η πρώτη γυναίκα Πρωθυπουργός της Βρετανίας το 1979, είχε μπροστά της ένα τεράστιο έργο να κάνει. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, η Μεγάλη Βρετανία ήταν σε άσχημη οικονομική κατάσταση με πτώση της παραγωγικότητας, έναν όλο και περισσότερο αχαλίνωτο πληθωρισμό, μια αυξομείωση μισθών και τιμών και μια άνευ προηγουμένου μαχητικότητα των συνδικάτων. Ο ρυθμός ανάπτυξης του Ηνωμένου Βασιλείου έτρεχε πολύ πίσω από αυτή των Ευρωπαίων γειτόνων της και πολλοί στην Μεγάλη Βρετανία φοβόταν μια υποβίβαση της χώρας σε επίπεδο τρίτης κατηγορίας. Ήταν μια διαρκής και αξιόλογη νίκη, το γεγονός ότι μέχρι το τέλος της πρωθυπουργίας της η Βρετανία ξαναβρήκε την θέση της στο τραπέζι των πιο σημαντικών χωρών του κόσμου - μια κυρίαρχη δύναμη από πολλές πλευρές και σε διαφορετικό βαθμό και χωρίς αμφιβολία, τότε τουλάχιστον, η πιο ισχυρή και σημαντική Ευρωπαϊκή χώρα στον κόσμο.

    Η σφραγίδα της στην διεθνή πολιτική

    Ήταν χάρις στην κατανόηση αυτής της επιτυχούς διάσωσης της οικονομίας, που επιτεύχθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο, με την οποία η Θάτσερ άφησε την σφραγίδα της στην διεθνή πολιτική. Από την Χιλή στην Κίνα η επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων μέσω της ελεύθερης αγοράς έγινε η κυρίαρχη ορθοδοξία. Η ανάκαμψη στην Βρετανία πράγματι φαινόταν αξιοσημείωτη, όπως θα έγραφε εξυμνητικά ο Economist στο τελευταίο τεύχος της, το οποίο ήταν αφιερωμένο σε αυτήν. «Ο πληθωρισμός έπεσε από το 27% στο 2,4% το 1986. Ο αριθμός των εργάσιμων ημερών χαμένων σε απεργίες έπεσε από 29 εκατομμύρια το 1979 σε 2 εκατομμύρια το 1986». Κατέληγε ο διευθυντής του Economist στο σχετικό αφιέρωμα: «Εκείνο που χρειάζεται τώρα ο κόσμος είναι περισσότερος, όχι λιγότερος Θατσερισμός».

    Κοιτάζοντας αντικειμενικά, οι μεταρρυθμίσεις της Θάτσερ βασισμένες στην οικονομική θεωρία της προσφοράς (σημείωση: η δημοφιλής επί Ρέιγκαν άποψη δηλαδή ότι η ύπαρξη ή όχι φορολογίας παίζει σημαντικό ρόλο στην κίνηση της οικονομίας) και τον φιλελευθερισμό της αγοράς, είχαν μία βαθιά, θετική και διαρκή επιρροή. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970 όσον αφορά το κατά κεφαλήν εισόδημα, το Ηνωμένο Βασίλειο είχε σαφέστατα ξεπερασθεί από τις ΗΠΑ (κατά 40%) και την Γερμανία και την Γαλλία (κατά 10% με 15%). Παρόλα αυτά, πριν από την πρόσφατη οικονομική κρίση, η Μεγάλη Βρετανία είχε αναρρώσει σε τέτοιο βαθμό που είχε ξεπεράσει την Γερμανία και την Γαλλία είχε μειώσει το χάσμα με τις ΗΠΑ.

    Είναι η ιστορία του Βρετανικού οικονομικού θαύματος που έστειλε τον Θατσερισμό σε διεθνή ύψη και που επηρέασε τόσους πολλούς σε όλον τον κόσμο. Αυτό υπήρχε πάντα με πάντα σε συνδυασμό με μια αξιόλογη εξωτερική πολιτική, όπως ο Πόλεμος των Φώκλαντ, ο οποίος νίκησε τον φασισμό και έδωσε την Αργεντινή πίσω στον λαό της. Το μερίδιο της Θάτσερ στην απόλυτη νίκη κατά του Ευρωπαϊκού κομμουνισμού ήταν αληθινό και προήλθε από το πολιτικό της ένστικτο, την αναγνώριση της σημασίας που είχε ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, παρά τους δισταγμούς της Αμερικής, και επέτρεψε στην Ρωσία να έχει εμπιστοσύνη για να ξεφύγει κάπως από το παρελθόν της. Και τελικά η επανίδρυση των αγγλο-αμερικανικών σχέσεων ως αυτές που θα μπορούσαν και θα έπρεπε να ξαναφτιάξουν τον κόσμο, επέκτειναν την κληρονομιά τους στον Τόνυ Μπλερ και ήταν για κάποια εποχή, ένα αληθινό υπομόχλιο γύρω από το οποίο γυρνούσαν τα παγκόσμια γεγονότα.

    Και ενώ οι επευφημίες στο εξωτερικό αφθονούν, μέσα στην χώρα η κληρονομιά της πιο πολύ αμφισβητείται και δικαιολογημένα. Για τους ξένους είναι αξιοσημείωτο το πόσοι πολλοί μισούν και απεχθάνονται την Θάτσερ. Υπάρχουν βέβαια Ευρωπαίοι πολιτικοί και τεχνοκράτες που την θυμούνται και της επιστρέφουν την εχθρότητα της, όχι για λιγότερο σημαντικό λόγο, αλλά επειδή ακόμα έχουν να κάνουν με τις επιδράσεις της κληρονομιάς της. Πολλοί που ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Αριστερά την θεωρούν ως το απαράδεκτο πρόσωπο του Αγγλοσαξονικού καπιταλισμού, ως κάποια που θα κατέστρεφε την Ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και τα κράτη πρόνοιας που αυτή έκτισε. Μα αν εξαιρέσεις αυτούς, η Θάτσερ είναι κατά μεγάλο μέρος αγιοποιημένη στο εξωτερικό. Οι λαοί της Ανατολικής Ευρώπης, την λατρεύουν ως υποστηρικτή της ελευθερίας και της απελευθέρωσης. Παρόμοια, οι Αμερικάνοι και οι περισσότεροι ξένοι οποιασδήποτε πολιτικής χροιάς την θεωρούν ανεπιφύλακτα ως μία από τους μεγάλους της πολιτικής.

    Όχι, είναι μόνο στην Βρετανία, που η κληρονομιά της αμφισβητείται τόσο παθιασμένα. Και γιατί συμβαίνει αυτό; Κατά μεγάλο μέρος γιατί δεν επωφελήθηκαν όλοι που από τις μεταρρυθμίσεις και άλλαξε την χώρα σε τέτοιο απίστευτο βαθμό και τόσο επεκταμένες υπήρξαν οι συνέπειες, που αυτοί που έχασαν φαίνεται να έχασαν όχι μόνο προσωρινά, αλλά σε βάθος πολλών γενεών και πέρα από γεωγραφικά όρια. Καταρχάς, όσον αφορά το θέμα του οικονομικού θαύματος της Βρετανίας, αν υπήρξε θαύμα, αυτό ήταν κάτι που δεν το είδαν πάρα πολλοί. Η σχεδόν άμεση της απόφαση το 1979 να απαρνηθεί το τότε οικονομικό παρόν της Μεγάλης Βρετανίας για ένα μέλλον, το οποίο ακόμη δεν έχουμε δει, κατέληξε σε μια σχεδόν πλήρη αποβιομηχάνιση της Σκωτίας, της Ουαλίας και της Βόρειας Αγγλίας. Αντί να προσφέρει σε αυτούς τους ανθρώπους γνήσια επανεκπαίδευση μεγάλης κλίμακας και στις επιχειρήσεις τους αληθινό εκσυγχρονισμό, οι άνθρωποι και οι επιχειρήσεις απλά τους αφέθηκαν στην τύχη τους, έτσι ώστε εκατομμύρια άνθρωποι βρέθηκαν άνεργοι και στις ουρές του συστήματος πρόνοιας. Πράγματι η κληρονομιά ολόκληρων γενεών που αιχμαλωτίσθηκαν στο σύστημα πρόνοιας και γρήγορα έχασαν κάθε ελπίδα να δουλέψουν, οφείλει πολλά στην ερήμωση ολόκληρων περιοχών αφημένες στο έλεος μιας «λαισέζ φαιρ» προσέγγισης στην οικονομία, η οποία υποσχόταν ένα καινούργιο μέλλον, αλλά όχι για τον Βορρά και όχι για τους ανθρώπους της εργατικής τάξης με εξειδικευμένες ικανότητες.

    Ο αχρείαστος διχασμός της κοινωνίας και η ζημιά που προκάλεσε

    Η νέα οικονομία που προηγήθηκε από το μεγάλο μπανγκ της οικονομικής απορρύθμισης (σημείωση: ανυπαρξία ρυθμίσεων από πλευρά του κράτους) στο Σίτυ του Λονδίνου έδωσε στην Βρετανία μια παγκόσμια οικονομική βιομηχανία που δεν είχε νωρίτερα. Αλλά αυτή η νέα οντότητα έγινε μια νέα φουσκωμένη βιομηχανία, που επιδοτούμενη από το κράτος, το οποίο αναλάμβανε ως ανάδοχος το ρίσκο των καταθέσεων, έφερε σε αστάθεια όλη την υπόλοιπη χώρα. Από το 1900 μέχρι το 1970, το Βρετανικό κράτος υπήρξε ανάδοχος του ρίσκου για το ρίσκο για το 50% των τραπεζικών λογαριασμών. Από το 1970 μέχρι το 2007 αυτό είχε μεγαλώσει στο να εκπροσωπεί πέντε φορές το ΑΕΠ του Ηνωμένου Βασιλείου. Και αυτό έγινε με τεράστια κόστη. Όχι μόνο κατέρρευσε το τραπεζικό σύστημα, αλλά στείρωσε την βρετανική δημιουργικότητα και επιχειρηματικότητα. Κατά συνέπεια, οι επιστροφές από το διεθνές κεφάλαιο, τις οποίες το κράτος είχε αναλάβει το ρίσκο ως ανάδοχος, ήταν τόσο υψηλές που οι επιτυχείς επενδύσεις στις μικρού και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις ποτέ δεν έλαβαν μέρος. Ως τέτοια, η Βρετανική επινοητικότητα και το επιχειρηματικό πνεύμα που η Θάτσερ βοήθησε να δημιουργηθούν, ποτέ δεν μπόρεσαν να αμφισβητήσει την αυξανόμενη συγκεντρωτικότητα της αγοράς και την επαναδημιουργία μονοπωλιακής οικονομίας στην Βρετανία. Η υπόσχεση ενός συμμετοχικού καπιταλισμού και η αποτυχία να τον δώσει στον λαό, οδήγησε στο βάθεμα και στο χάσμα ανισοτήτων, από τις οποίες η Βρετανία δεν έχει έκτοτε αναρρώσει. Τελικά ήταν η αδυναμία της Θάτσερ να αντιληφθεί ότι έπρεπε να βοηθήσει τον καθένα, εκτός του ότι αυτό απαιτούσε διαφορετικά μέτρα για διαφορετικούς τόπους, ήταν εκείνο που δημιούργησε ένα αχρείαστο διχασμό της κοινωνίας που ήταν επιβλαβής.

    Παρόλο που έχει εξυμνηθεί από όλους μέσα στο Συντηρητικό Κόμμα, ήταν η Θάτσερ που τους έκανε από κόμμα πλειοψηφίας σε εθνικό επίπεδο σε κόμμα μειοψηφίας. Υπό την ηγεσία της Θάτσερ, οι Συντηρητικοί σχεδόν εξαφανίσθηκαν στην Σκωτία και αντιμετωπίζουν μια παρόμοια διαγραφή στον Εγγλέζικο Βορρά. Ήταν η Θάτσερ που έθεσε σε τέτοιο κίνδυνο την Ένωση με το να εισάγει χωρίς κριτική μια φιλοσοφία που ερχόταν σε πλήρη ρήξη με τις γηγενείς παραδόσεις και τοπικές αξίες περί ζωής στην Σκωτία και τον Βορρά. Επίσης συκοφάντησε την ευρύτερη Συντηρητική παράδοση και η κληρονομιά της, παρόλο που δεν το έκανε σκόπιμα, ήταν να παράγει ένα βαθιά αναγωγικό οικονομικό φιλελευθερισμό ως κυρίαρχη μορφή του Συντηρητισμού, ο οποίος ακόμα κυριαρχεί ακόμα σήμερα στην Βρετανία. Και η αποτελεσματική εξαφάνιση της ευρύτερης Συντηρητικής Παράδοσης από τον οικονομικό φιλελευθερισμό είναι αυτή που ακόμα περιορίζει και αιχμαλωτίζει το Συντηρητικό Κόμμα, μετατρέποντας το σε Προοδευτικό Κόμμα και όχι σε ένα γνήσια Τόρυ. Όσο αφορά τις αρνητικές κληρονομιές στις οποίες και οι άλλοι υπερτερούν, η δικαιολογημένη εχθρότητα της προς την υπόθεση της Ενωμένης Ευρώπης την τύφλωνε ως προς την δυνατότητα να ξαναγίνει η Βρετανία μεγάλη δύναμη μέσω της Ευρώπης. Αν δεν απεχθανόταν τόσο πολύ τους μη αγγλόφωνους λαούς, θα μπορούσε να είχε βοηθήσει να σωθεί η Ευρώπη από τις τρομερές συνέπειες του ευρώ, πραγματώνοντας έτσι τον ιστορικό της ρόλο στην Ευρωπαϊκή ήπειρο.

    «Δεν υπάρχει αυτό που λένε κοινωνία, μόνο άτομα»

    Γενικά εκείνο που θεωρώ το πιο λυπηρό σχετικά με την Θάτσερ είναι η κουλτούρα και το σύνολο των αξιών, τις οποίες κληρονόμησε στο Έθνος. Όταν συζήτησα για τα τρία στηρίγματα του Θατσερισμού, ήτοι τον ατομικισμό, την εχθρότητα προς τον κολεκτιβισμό και τον φονταμενταλισμό της ελεύθερης αγοράς, δεν ανέφερα τι ήταν εκείνο που έλειπε. Απλώς δεν νοιαζόταν για τα κοινωνικά θέματα ή να μεσολαβήσει να τα επιλύσει. Για αυτήν υπήρχαν μόνο άτομα και οτιδήποτε προσπάθησε, ήταν για να δημιουργήσει τον τύπο των ατόμων που πίστευε ότι θα έκαναν πάλι μεγάλη την Βρετανία. Η έλλειψη κοινωνικής ευαισθησίας, την τύφλωνε ως προς την τύχη του λαού της. Τα ανθρώπινα πλάσματα χρειάζονται δομές να τους βοηθήσουν στην ζωή, ειδικά όταν έρχονται αντιμέτωπα με μια οικονομική αλλαγή. Αλλά σε κανένα άνθρωπο στον Βορρά δεν προσφέρθηκε τίποτα άλλο πέρα από το σύστημα πρόνοιας και μια αδιαφορία στα όρια της εχθρότητας.

    Το σύνολο των αξιών της ήταν πολύ ιδιαίτερο, μιας και ανατράφηκε ως Μεθοδίστρια στην παράδοση του Τζων Γουέσλεϋ, βαθιά επηρεασμένη από τον πατέρα της, έναν τοπικό ιερέα. Παρόλα αυτά, από την στιγμή που τόσο ο Μεθοδισμός σε γενικό επίπεδο, όσο και ειδικά η παράδοση του Γουέσλεϋ, αναφερόταν σε κοινωνική δράση και θεσμούς που χρειάζονται για να αλλάξουν τις ψυχές των ανθρώπων, φάνηκε να οφείλει πολύ λίγα σε αυτές τις παραδόσεις. Στην ανατροφή της αναγνωρίζουμε ένα αναγωγικό Βικτωριανό οικονομικό φιλελευθερισμό, γυαλισμένο με μια Χριστιανική ηθική, από την οποία απουσιάζει οποιαδήποτε κοινωνική ευαισθησία. Αν είχε αναγνωρίσει ότι διαφορετικοί άνθρωποι χρειάζονται διαφορετικά πράγματα, θα είχε ορίσει τον Μάικλ Χέζελταιν (τον άνθρωπο που τελικά την γκρέμισε) ως αναπληρωτή πρωθυπουργό του Βορρά, έτσι ώστε η προσέγγιση του να είχε ίσως σώσει τους ανθρώπους από την μοίρα τους.

    Η αποτυχία της να σκεφτεί τα κοινωνικά ζητήματα σφράγισε τον σύγχρονο συντηρητισμό και είναι αυτό που του λείπει περισσότερο. Γιατί ακόμα και ο Χάγιεκ σκέφθηκε ότι η σοφία του πλήθους ή της σύνδεσης των ανθρώπων υπερκερνά οποιαδήποτε σοφία στο κέντρο. Η τραγωδία της Μάργκαρετ Θάτσερ ήταν ότι δεν είδε την κοινωνία και τις σχέσεις ανάμεσα στα άτομα ως αποφασιστικής σημασίας, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει ένα κόσμο στον οποίον λίγοι κέρδισαν και τόσοι πολλοί έχασαν. Σε αυτό ήταν αληθινά φιλελεύθερη, παρά συντηρητική.


    Ο Φίλιπ Μπλοντ είναι πολιτικός φιλόσοφος, Αγγλικανός θεολόγος και ιδρυτής της δεξαμενής σκέψης ResPublica, που εκπροσωπεί μια πιο κοινωνική, παραδοσιοκρατική και κοινοτική/διανεμιστική Δεξιά στην Μεγάλη Βρετανία. Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο βρετανικό ίδρυμα ResPublica και μεταφράστηκε στα Ελληνικά από τον Γιώργο Πισσαλίδη.