Η συντριπτική πλειονότητα όσων εισέρχονται παρανόμως, ουσιαστικά παραμένουν στην Ελλάδα - Συνέντευξη του Γιάννη Κολοβού

  • Δημοσιεύτηκε: 24 Ιούλιος 2021

    κ. Κολοβέ, μελετάτε το μεταναστευτικό πρόβλημα της χώρας επί μία εικοσαετία. Πώς θα περιγράφατε την μέχρι τώρα διαχείρισή του;

    κ. Λιάκο, η κακή κατάσταση που έχει διαμορφωθεί σήμερα στην Ελλάδα ως προς το μεταναστευτικό, είναι αποτέλεσμα της αποτυχημένης διαχείρισής του από διαδοχικές κυβερνήσεις, από τις αρχές της δεκαετίας του ‘90 όταν κατέρρευσαν τα κομμουνιστικά καθεστώτα μέχρι σήμερα. Αποκορύφωμα αυτών των κακών χειρισμών υπήρξαν οι δύο εκ των υστέρων νομιμοποιήσεις παρανόμων μεταναστών που έγιναν επί πρωθυπουργίας Κ. Σημίτη το 1997 και το 2001, οι άλλες δύο εκ των υστέρων νομιμοποιήσεις που έγιναν επί πρωθυπουργίας Κ. Καραμανλή το 2005 και το 2007, και η χωρίς φειδώ χορήγηση ασύλου από το 2016 μέχρι σήμερα.

    Δηλαδή δεν συμμερίζεστε την οπτική της σημερινής κυβέρνησης που μιλά για επιτυχή διαχείριση ενός θέματος που είχε κακοφορμίσει επί ΣΥΡΙΖΑ;

    Η διαχείριση του προβλήματος από τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν προφανώς κάκιστη! Αυτό όμως δεν απαλλάσσει την σημερινή κυβέρνηση από τις δικές της - μεγάλες - ευθύνες. Ενδεικτικά να αναφέρω ότι μόνο κατά το 2020 χορηγήθηκε η ιδιότητα του πρόσφυγα ή καθεστώς επικουρικής προστασίας σε 34.325 άτομα. Συνολικά, από το 2016 μέχρι και τα μέσα του 2021 έχει χορηγηθεί σε 92.368 άτομα. Μιλάμε δηλαδή για την νομιμοποίηση και, σε κάποιο βαθμό, την μονιμοποίηση της παρουσίας στην χώρα πολλών δεκάδων χιλιάδων αλλοδαπών. Αυτό δεν είναι ένδειξη επιτυχούς διαχείρισης.

    Όμως οι εισροές παρανόμων μεταναστών έχουν μειωθεί. Αυτό σίγουρα είναι επιτυχία της κυβέρνησης. Διαφωνείτε;

    Οι εισροές μειώθηκαν μετά τον Φεβρουάριο του 2020, όταν η κυβέρνηση αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει με σοβαρότητα την «εργαλειοποίηση» από την Τουρκία της μεταναστευτικής ροής στον Έβρο και προχώρησε σε μία αυστηρότερη επιτήρηση τόσο των χερσαίων όσο και των θαλάσσιων συνόρων. Επίσης, σημαντικός παράγων μείωσης των ροών παρανόμων μεταναστών σε παγκόσμιο επίπεδο ήταν και η πανδημία. Πάντως, θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι κατά το πρώτο επτάμηνο της κυβέρνησης Μητσοτάκη, δηλαδή την περίοδο Ιουλίου 2019 – Φεβρουαρίου 2020, η εισροή παρανόμων μεταναστών στην Ελλάδα ήταν αυξημένη – με πάνω από 50.000 άτομα να εισέρχονται σε μόλις επτά μήνες! Επιπλέον, η σωστή και πλήρης διαχείριση του μεταναστευτικού δεν αρχίζει και τελειώνει με τις εισροές.

    Τι εννοείτε;

    Εκτός από τις εισροές, υπάρχουν και οι εκροές! Δηλαδή οι απελάσεις, οι επιστροφές στην Τουρκία και οι εθελούσιοι επαναπατρισμοί. Σε αυτό το κομμάτι η κυβέρνηση δεν τα έχει πάει καλά, καθώς επιστροφές δεν δέχεται η Τουρκία επικαλούμενη την πανδημία, και οι απελάσεις και οι επαναπατρισμοί είναι πολύ λίγοι. Αυτό, σε συνδυασμό με το υψηλό ποσοστό χορήγησης ασύλου το οποίο κυμαίνεται περίπου στο 50%, σημαίνει ότι η συντριπτική πλειονότητα όσων εισέρχονται παρανόμως, ουσιαστικά παραμένουν στην Ελλάδα, είτε γιατί τους χορηγείται άσυλο, είτε γιατί δεν κατέστη δυνατή η επιστροφή τους στην Τουρκία, η απέλαση ή ο επαναπατρισμός τους.

    Ναι, αλλά η κυβέρνηση χαρακτήρισε πλέον την Τουρκία ως «ασφαλή χώρα». Αυτή δεν είναι σωστή κίνηση;

    Είναι σωστή κίνηση, αλλά έγινε με καθυστέρηση δύο ολόκληρων ετών! Σκεφθείτε μόνο πόσοι από αυτούς στους οποίους η σημερινή κυβέρνηση έχει χορηγήσει άσυλο, θα είχαν απορριφθεί αν η Τουρκία είχε χαρακτηρισθεί ασφαλής από τον Ιούλιο του 2019. Η σημερινή κυβέρνηση «βαρύνεται» ως προς το μεταναστευτικό για την αδράνεια των πρώτων επτά μηνών, για την χωρίς φειδώ χορήγηση ασύλου αλλά και για την γενικότερη ανακολουθία των πράξεών της σε σχέση με το προεκλογικό της πρόγραμμα, το οποίο - υπενθυμίζω - δεν μιλούσε πουθενά για μαζικές μετεγκαταστάσεις αλλοδαπών στην ενδοχώρα, μιλούσε για «κλειστά κέντρα» μεταναστών και τα κέντρα που φτιάχνει είναι ανοικτά με ωράριο, μιλούσε για εντατικό έλεγχο νομιμοποιητικών εγγράφων και δεν έχουμε δει κάτι σχετικό, ενώ έχει ήδη περάσει η μισή της θητεία!

    Η κατάσταση αυτή τι συνέπειες θα έχει για την Ελλάδα;

    Κατ’ αρχάς, δεν θα υπάρξει η ομαλή ενσωμάτωση όλων αυτών των ανθρώπων στην Ελληνική κοινωνία για την οποία μας «διαβεβαιώνουν» διάφοροι ιθύνοντες. Δεν υπάρχει περίπτωση τόσες δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι να απορροφηθούν από μία ήδη υπερκορεσμένη αγορά εργασίας για ανειδίκευτό ή χαμηλής ειδίκευσης δυναμικό. Άρα, θα αντιμετωπίσουν σημαντικό κίνδυνο φτώχειας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Επιπλέον, ενσωμάτωσή τους δεν θα υπάρξει και λόγω του μεγάλου τους αριθμού, αλλά και λόγω της πολιτισμικής τους απόστασης από τον γηγενή πληθυσμό.

    Το γεγονός ότι η Ελλάδα μαστίζεται από οξύ δημογραφικό πρόβλημα, σίγουρα επιβαρύνει την κατάσταση.

    Πολύ σωστά! Η υπογεννητικότητα και η πληθυσμιακή γήρανση των Ελλήνων σε συνδυασμό με την αυξημένη εγκατάσταση στην χώρα μας αλλοδαπών - και μάλιστα αλλοδαπών με αυξημένη γεννητικότητα - θα έχει σοβαρές συνέπειες στην σύνθεση του πληθυσμού της χώρας. Με τα σημερινά δεδομένα, και σύμφωνα με πρόσφατη δημογραφική προβολή του καθηγητή Μανώλη Δρεττάκη, το 2100 ο πληθυσμός της Ελλάδας θα είναι περίπου 8.150.000 άτομα, με το 29,5% αυτού του πληθυσμού - 2.400.000 άτομα - να είναι αλλοδαπής καταγωγής.

    Δηλαδή, αν η κατάσταση παραμείνει ως έχει, σε 80 χρόνια από τώρα 1 στους 3 κατοίκους της χώρας θα έχει αλλοδαπή καταγωγή.

    Σωστά. Και μάλιστα, οι Έλληνες θα υπερεκπροσωπούνται στα ηλικιακώς μεγαλύτερα στρώματα αυτού του πληθυσμού – δηλαδή ο πληθυσμός τους θα είναι γηραιότερος από τον πληθυσμό των αλλοδαπών που θα κατοικούν στην Ελλάδα.

    Οι συνέπειες αυτής της κατάστασης ποιες θα είναι;

    Η αυξανόμενη πληθυσμιακή και πολιτισμική διαφορετικότητα στην χώρα σίγουρα θα οδηγήσει σε κοινωνικό θρυμματισμό με βάση τις εθνοτικές, θρησκευτικές και πολιτισμικές ταυτότητες των κοινοτήτων που θα διαμένουν στην Ελλάδα. Αυτό το βλέπουμε να έχει ήδη συμβεί σε πολλές χώρες της Δυτικής Ευρώπης, οι οποίες μέχρι πριν από 10-15 χρόνια μας προβάλλονταν ως παραδείγματα επιτυχούς πολυπολιτισμικής συμβίωσης, όπως π.χ. η Σουηδία ή η Ολλανδία. Γενικά, όλες οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης, όποιο μοντέλο ενσωμάτωσης αλλοδαπών και αν δοκίμασαν, απέτυχαν. Δείτε για παράδειγμα την κατάσταση στην Γαλλία, στην Βρετανία, στην Γερμανία, στο Βέλγιο, αλλά και στις προαναφερθείσες Σουηδία και Ολλανδία. Αυτά βλέπουν και θέλουν να αποφύγουν οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, όπως η Ουγγαρία, η Πολωνία και η Τσεχία, και έχουν υιοθετήσει μία πολύ αυστηρή μεταναστευτική πολιτική. Μία τέτοια πολιτική πρέπει επειγόντως να εφαρμόσει και η χώρα μας.

    κ. Κολοβέ, σας ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας.

    Εγώ σας ευχαριστώ!


    Η συνέντευξη δόθηκε στον Παναγιώτη Λιάκο και δημοσιεύθηκε στο φύλλο Ιουλίου 2021 της εφημερίδας «Εθνική Ηχώ».