Μάχη χωρίς τέλος για την δικαίωση του λαού

  • Δημοσιεύτηκε: 01 Μάρτιος 2018

    Η δυναμική που αναπτύχθηκε στην ελληνική κοινωνία με αφορμή το Σκοπιανό, όπως αυτή εκφράστηκε στα δύο μεγαλειώδη συλλαλητήρια της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας, είναι πραγματικά πρωτόγνωρη και άξια παρατήρησης και μελέτης.

    Είναι σίγουρα αξιοπερίεργο το γεγονός ότι ο ελληνικός λαός δεν αντέδρασε σε όλα αυτά που του επιφύλαξαν οι κυβερνήσεις των τελευταίων ετών, με τα διαδοχικά Μνημόνια που άλλαξαν βίαια την καθημερινότητά του, τις συνήθειες και την στάση ζωής του γενικότερα. Ακόμη και αυτό το περίφημο «Κίνημα των Αγανακτισμένων» ξεθύμανε πολύ γρήγορα, απογοητεύοντας όλους όσοι πίστεψαν ότι θα μπορούσε να ανατρέψει την πορεία ολέθρου που βιώνει η ελληνική κοινωνία.

    Αυτό συνέβη διότι, δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα, οι Έλληνες μοιράστηκαν την συνενοχή τους με τους καταστροφείς της πατρίδας. Είτε διότι πράγματι κάποιοι «τα έφαγαν μαζί τους», είτε διότι συνειδητοποίησαν ότι όλα αυτά τα πολιτικά αθύρματα νομιμοποιήθηκαν στην εγκληματική δράση τους από τους ίδιους με την ψήφο τους. Η πελατειακή σχέση ψηφοφόρων και εξουσιαστών, όταν δεν ήταν απροκάλυπτα ανταποδοτική, τουλάχιστον καλλιεργούσε την προσμονή των ανταλλαγμάτων.

    Έτσι λοιπόν, όταν τους πετούσαν κατάμουτρα τα πολιτικά συμβόλαια των μεταπολιτευτικών ετών, οι αντιστάσεις κάμπτονταν, τα κεφάλια έσκυβαν και το μίσος των υπηκόων δεν μπορούσε να εκδηλωθεί χωρίς την ανταπόδοση μιας περιφρόνησης, που έφερνε νέα φορολόγηση, σκληρότερα μέτρα και θρασύ αντίλογο στην λαϊκή οργή. Οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να αλλάζουν σαν τα πουκάμισα που πετιούνται στα καλάθια με τους βρόμικους γιακάδες τους και τα φθαρμένα ακρομάνικά τους.

    Η απαξίωση των ηγεσιών διευρύνει συνεχώς το χάσμα με τη βάση της κοινωνίας. Αυτό το χάσμα έγινε έντονα αντιληπτό με αφορμή το Σκοπιανό. Με αφορμή, δηλαδή, ένα θέμα από το οποίο ο Έλληνας δεν είχε τίποτε υλικό να κερδίσει. Δεν προσδοκούσε από αυτό να εξυπηρετήσει στενά προσωπικά συμφέροντα και φιλοδοξίες του. Ήταν, όμως, ένα πεδίο αντιπαράθεσης όπου οι πολίτες είχαν το πάνω χέρι. Χωρίς ενοχές, χωρίς επιφυλάξεις, χωρίς υστεροβουλίες, βγήκαν στους δρόμους κατά εκατοντάδες χιλιάδες δικαιώνοντας την δραγούμειο ρήση «αν τρέξουμε να σώσουμε τη Μακεδονία, η Μακεδονία θα μας σώσει».

    Πράγματι, ο ανιδιοτελής αυτός αγώνας που ξεκίνησε ο ελληνικός λαός και τον συνεχίζει εναντίον ολόκληρου του πολιτικού συστήματος, με το οποίο αντιπαρατίθεται σθεναρά, και ενώ γνωρίζει ότι πιθανότατα οι δωσίλογοι της πολιτικής εξουσίας δεν θα υποχωρήσουν απέναντι στην λαϊκή οργή, στοχεύει πρωτίστως στη δική του δικαίωση. Με τον αγώνα τους οι Ελληνες αποκαθάρονται των ενοχών τους, πετούν από πάνω τους τα μιάσματα της συνεργασίας τους με το σάπιο και διεφθαρμένο καθεστώς της μεταπολιτευτικής λαίλαπας, που διέσυρε διεθνώς τη χώρα και απαξίωσε τις κοινωνικές κατακτήσεις του και τα εθνικά δίκαιά του. Και όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να τον πείσουν ότι η μάχη χάθηκε, ότι, αν επιμείνουμε, θα υποστούμε αναπόδραστες ήττες, ότι κάθε αγώνας είναι μάταιος, τόσο φουντώνει η λαϊκή οργή.

    Το τελευταίο χαρτί των εθελόδουλων ηγεσιών είναι η απεγνωσμένη προσπάθειά τους να μας πείσουν ότι με τις εθνικές αντιδράσεις διχάζεται η ελληνική κοινωνία! Αλήθεια, όταν επιχειρείται συστηματικά η διαμόρφωση της κοινής γνώμης μέσω «αξιόπιστων» δημοσκοπικών ερευνών σε δείγματα 1.000 και 2.000 ατόμων, που υποτίθεται πως αποτυπώνουν τη βούληση ολόκληρου του ελληνικού λαού, τότε η «δημοσκόπηση» που καταγράφηκε σε δείγμα εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών στους δρόμους και στις πλατείες της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας τι βαθμό αξιοπιστίας έχει άραγε;

    Τον διχασμό της ελληνικής κοινωνίας επιδιώκουν όλοι αυτοί που έχουν γαντζωθεί στις καρέκλες εφήμερων εξουσιών, τις οποίες αρνούνται πεισματικά να εγκαταλείψουν, με οποιοδήποτε κόστος για την πατρίδα και την κοινωνία. Αυτό που δεν έχουν καταλάβει είναι ότι με τις πρακτικές τους έχουν δημιουργήσει όλες εκείνες τις αναγκαίες συνθήκες για να πέσουν σύντομα, μαζί με τις καρέκλες τους...