Μέσα χειραγώγησης και πολιτική παιδεία

  • Δημοσιεύτηκε: 14 Απρίλιος 2019

    «Δεν γνωρίζω αν οι δημοσκοπήσεις απηχούν την κοινή γνώμη, αλλά σίγουρα απηχούν μία γνώμη μέχρι να γίνει κοινή». Η αφοριστική και απαξιωτική αυτή φράση, που έγινε μέχρι και σύνθημα στους τοίχους, έχει την αιτία της δημιουργίας της τόσο στην έλλειψη εμπιστοσύνης των πολιτών στις δημοσκοπικές εταιρίες όσο και, κυρίως, στις εξόφθαλμες πολλές φορές σκοπιμότητες που υποκρύπτονται πίσω από τον τρόπο με τον οποίο αυτές διενεργούνται, από τον χρόνο που επιλέγεται να υλοποιηθούν, αλλά και από τις εξαιρετικά άστοχες προβλέψεις ή εκτιμήσεις στις οποίες έχουν προβεί τα τελευταία χρόνια.

    Τις πρακτικές αυτές τις βίωσα ήδη με την ανακοίνωση της υποψηφιότητάς μου για την διεκδίκηση του Δήμου Θεσσαλονίκης. Παρά την μακρόχρονη παρουσία μου στα αυτοδιοικητικά δρώμενα της πόλης, την θητεία μου στο παρελθόν ως δημοτικός σύμβουλος Θεσσαλονίκης, αλλά και την έντονη δραστηριοποίησή μου εδώ και μήνες μετά την ανακοίνωση της υποψηφιότητάς μου σε μεγάλη εκδήλωση ενώπιον εκατοντάδων πολιτών και δημοσιογράφων, υπήρξαν δημοσκοπικές εταιρίες που είτε δεν συμπεριέλαβαν την υποψηφιότητά μου, είτε την κατέταξαν στην κατηγορία «λοιποί».

    Και στις δύο περιπτώσεις δεν θα πρέπει να εστιάσει κανείς τόσο στην κατάφωρη παραβίαση των κανονισμών λειτουργίας των εν λόγω εταιριών, όσο στην καταστρατήγηση κάθε έννοιας ισότιμης μεταχείρισης, την οποία πρέπει να απολαμβάνει κάθε πολίτης, ειδικά όταν αυτοβούλως εκθέτει τον εαυτό του σε διαδικασίες υπηρέτησης του κοινωνικού συνόλου. Αυτό είναι κάτι που μπορεί να μην υπόκειται κατ’ ανάγκην σε νομικά κολάσιμες διατάξεις, αλλά σαφώς εμπερικλείει μια ηθική διάσταση, από αυτές που διαπλάθουν χαρακτήρες και συνειδήσεις με κοινωνικό αντίκτυπο. Μία Πολιτεία που θέλει να χαρακτηρίζεται δημοκρατική, πέραν των σχετικών συνταγματικών διατάξεων που κατοχυρώνουν θεσμικά αυτό το γνώρισμά της, θα πρέπει να μεριμνά και για την κοινωνική καταξίωση, ώστε να διαπλάθει πολίτες που θα απαιτούν και θα στηρίζουν διαδικασίες αυτοσυντήρησής της.

    Με δεδομένο ότι η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, αλλά πρέπει να το δείχνει κιόλας, ο πολίτης θα πρέπει να ανακτήσει την εμπιστοσύνη του σε ένα κράτος που θα σέβεται πρώτα τον εαυτό του, υπερασπίζοντας, εκτός από νομικά, πρωτίστως ηθικά τις αξίες του. Μόνον έτσι μπορεί να μπουν οι βάσεις για την σφυρηλάτηση ενός πολιτικού πολιτισμού, στον οποίο οι εκπροσωπήσεις των πολιτών δεν θα προκύπτουν απλώς από εκλογικά συστήματα, αλλά θα είναι προϊόν μιας παιδείας που θα επιζητεί «το αγαθόν», ακόμη και σε ένα περιβάλλον ανταγωνισμού, που θα τείνει όμως πλέον να αποκτήσει χαρακτηριστικά άμιλλας για το κοινό καλό.

    Ίσως όλα αυτά να ακούγονται ρομαντικά τη στιγμή που έχει αρχίσει από καιρό ακόμη μία περίοδος προεκλογικής πεζότητας και στείρου πολιτικού λόγου, που επιδιώκει να συντηρήσει μια πελατειακή σχέση κράτους και υπηκόων. Ποτέ, όμως, δεν είναι αργά να μπει ένα τέλος σε όλο αυτό. Αυτές οι αυτοδιοικητικές εκλογές είναι μια πολύ μεγάλη ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί. Αρκεί να μην αφήσουμε την ελπιδοφόρα προοπτική της απλής αναλογικής να εκπέσει σε ένα άθλιο «πάρε δώσε», που θα αρχίσει την 27η Μαΐου. Τότε, θα τα έχουμε καταστρέψει όλα.