Νεοσυντηρητικοί εναντίον Παλαιοσυντηρητικών

  • Δημοσιεύτηκε: 27 Νοέμβριος 2011

    Η τρομοκρατική επίθεση στους Δίδυμους Πύργους στην Νέα Υόρκη, από την οποία συμπληρώνονται φέτος δέκα χρόνια, και η επιθετική απάντηση των ΗΠΑ με τις εισβολές σε Αφγανιστάν και Ιράκ, έφερε στο διεθνές προσκήνιο την κυριαρχία της ομάδας των νεοσυντηρητικών στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Πολλοί θεωρούν, ειδικά στο εξωτερικό, πως αυτή ήταν ανέκαθεν η κυρίαρχη ιδεολογία των Ρεπουμπλικάνων. Όμως δεν είναι έτσι και αξίζει να εξετάσουμε προσεκτικότερα την ιδεολογική εξέλιξη της αμερικανικής Δεξιάς, προκειμένου να κατανοήσουμε το πολιτικό σκηνικό των ΗΠΑ.

    Η συμμετοχή των ΗΠΑ στον Α' και στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αγγλίας και της Γαλλίας ήταν κεντρική πολιτική επιλογή της αμερικανικής Αριστεράς, όπως αυτή εκφραζόταν από το Δημοκρατικό Κόμμα και τους Δημοκρατικούς Προέδρους Γούντροου Ουίλσον και Φραγκλίνο Ρούζβελτ. Αντιθέτως στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα κυριαρχούσε το πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα και ειδικά κατά τον Μεσοπόλεμο η «απομονωτική» τάση της «Παλαιάς Δεξιάς» (Old Right), η οποία ήταν κατά της συμμετοχής των ΗΠΑ σε υπερπόντιους πολέμους και έβλεπε με εχθρότητα την ενίσχυση του ρόλου του κράτους με προγράμματα όπως η «Νέα Συμφωνία» (New Deal) του Ρούζβελτ.

    Η «απομονωτική» τάση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος άρχισε να υποχωρεί με την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου. Ο ανταγωνισμός με την Σοβιετική Ένωση απαιτούσε την εμπλοκή, πολλές φορές στρατιωτική, των ΗΠΑ σε όλον τον κόσμο. Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι συναγωνίζονταν στον αγώνα κατά της επέκτασης του κομμουνισμού: οι Δημοκρατικοί Πρόεδροι Χάρυ Τρούμαν και Λίντον Τζόνσον πρωταγωνίστησαν στην αμερικανική εμπλοκή στην Κορέα και το Βιετνάμ αντιστοίχως, ενώ οι Ρεπουμπλικάνοι ανησυχούσαν - όχι αδίκως όπως αποδείχθηκε από το άνοιγμα των σοβιετικών αρχείων μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου - για την διείσδυση φιλοκομμουνιστών στο αμερικανικό κράτος.

    Το 1972 ήταν το έτος-ορόσημο για την ιδεολογική μετακίνηση και των δύο μεγάλων αμερικανικών κομμάτων: η νίκη του Τζορτζ Μακ Γκάβερν στις εκλογές για το χρίσμα των Δημοκρατικών, ο οποίος ήταν κατά της συνέχισης του πολέμου στο Βιετνάμ εξόργισε μία μερίδα των Δημοκρατικών, οι οποίοι μετακινήθηκαν σταδιακώς προς το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Η μετακίνηση ολοκληρώθηκε με την εκλογή του Ρόναλντ Ρέιγκαν ως Προέδρου των ΗΠΑ το 1980, στον οποίον έβλεπαν το «γεράκι» που θα αντιμετώπιζε τον σοβιετικό επεκτατισμό. Οι περισσότεροι αποκαλούνταν τότε «παλαιοπροοδευτικοί» (paleoliberals), αλλά αργότερα έγιναν ευρύτερα γνωστοί ως «νεοσυντηρητικοί» (neoconservatives). Κυρίαρχες μορφές ανάμεσά τους ήταν ο Ίρβινγκ Κράιστολ, αρχισυντάκτης του περιοδικού «Δημόσιο Συμφέρον» (The Public Interest), ο Νόρμαν Ποντχόρετζ, αρχισυντάκτης του περιοδικού «Σχόλιο» (Commentary), ο Ουίλιαμ Κράιστολ, αρχισυντάκτης του περιοδικού «Εβδομαδιαίος Κανόνας» (The Weekly Standard), o Πωλ Γούλφοβιτς, υφυπουργός Αμύνης επί Μπους του νεώτερου, ο Ρίτσαρντ Περλ, βοηθός υπουργός Αμύνης επί Ρέιγκαν, ο Ντάγκλας Φέιθ, υφυπουργός Αμύνας επί Μπους του νεώτερου, και ο διανοούμενος Ρόμπερτ Κάγκαν. Οι περισσότεροι έχουν ρίζες στην αντισταλινική - πολλές φορές τροτσκιστική - Αριστερά, ενώ πολυπληθής είναι η συμμετοχή Αμερικανοεβραίων στις τάξεις τους (και οι επτά προαναφερθέντες είναι Αμερικανοεβραίοι).

    Η νεοσυντηρητική τάση στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα βρέθηκε σύντομα σε σύγκρουση με τους «παλιοσυντηρητικούς» (paleoconservatives). Οι παλαιοσυντηρητικοί είναι οι συνεχιστές της «Παλαιάς Δεξιάς», αν και δεν αποτελούν ενιαία και πολύ περισσότερο οργανωμένη τάση. Οι σημαντικότεροι ανάμεσά τους είναι ο Τόμας Φλέμινγκ, αρχισυντάκτης του περιοδικού «Χρονικά» (Chronicles), ο Σκοτ Μακ Κόνελ, ιδρυτής του περιοδικού «Ο Αμερικανός Συντηρητικός» (The American Conservative), ο καθηγητής Πωλ Γκότφριντ και οι διανοούμενοι Πίτερ Μπράιμλοου, Σάμιουελ Φράνσις, Ράσελ Κέρκ και Τζόζεφ Σομπράν.

    Ποιές είναι οι βασικές ιδεολογικές διαφορές νεοσυντηρητικών και παλαιοσυντηρητικών;

    * Εξωτερική Πολιτική: Οι νεοσυντηρητικοί υποστηρίζουν ότι οι ΗΠΑ πρέπει να δρουν προληπτικά για να εμποδίσουν την ανάδειξη μίας νέας αντίπαλης δύναμης στην παγκόσμια σκηνή. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 η αναδυόμενη αντίπαλη δύναμη είναι ο Ισλαμισμός. Η επιθετική εξωτερική πολιτική δεν στηρίζεται μόνο σε λόγους εθνικού συμφέροντος, αλλά έχει και ιδεολογική διάσταση: οι ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν την Δημοκρατία στην παγκόσμια σκηνή και έχουν την ηθική υποχρέωση να την «εξάγουν», ακόμα και με τα όπλα, σε μη-δημοκρατικές χώρες, όπως το Ιράκ και η Λιβύη. Η άποψη αυτή θυμίζει τους Ιακωβίνους της Γαλλικής Επαναστάσεως. Σε αυτή την σύγκρουση με τις μη-δημοκρατικές χώρες, το Ισραήλ αποκτά κεντρικό ρόλο ως ο μοναδικός δημοκρατικός σύμμαχος στην Μέση Ανατολή. Αντιθέτως οι παλαιοσυντηρητικοί είναι κατά της «αυτοκρατορικής» εξωτερικής πολιτικής και ήταν αντίθετοι με την εισβολή στο Ιράκ. Επίσης θεωρούν πως η Δημοκρατία δεν μπορεί να «εξαχθεί» στις μουσουλμανικές χώρες, γιατί «γεννιέται» από την κουλτούρα του Διαφωτισμού, η οποία είναι άγνωστη σε αυτές.

    * Οικονομία: Οι νεοσυντηρητικοί διατηρούν αρκετές κρατικιστικές οικονομικές απόψεις από το παρελθόν τους: δεν είναι αντίθετοι με το μεγάλο κράτος και τα ελλείμματα του προϋπολογισμού εφόσον δημιουργούνται «για να προστατευθεί η Δημοκρατία». Αντιθέτως οι παλαιοσυντηρητικοί βλέπουν με μεγάλη ανησυχία την υπερφορολόγηση, αλλά και την πολιτική του ελεύθερου εμπορίου, η οποία έχει οδηγήσει στην φυγή πολλών βιομηχανικών μονάδων από τις ΗΠΑ προς την Κίνα.

    * Μετανάστευση και Εθνική Ταυτότητα: Οι νεοσυντηρητικοί θεωρούν πως το αμερικανικό κράτος στηρίζεται πρωτίστως στις δημοκρατικές αρχές. Όποιος τις αποδέχεται, μπορεί να γίνει καλός Αμερικανός πολίτης. Οι παλαιοσυντηρητικοί θεωρούν ότι το αμερικανικό κράτος στηρίζεται πρωτίστως στην ευρωπαϊκή κουλτούρα. Γι' αυτό αντιτίθενται στην μετανάστευση μη-Ευρωπαίων στις ΗΠΑ.

    * Κοινωνική πολιτική: Παλαιοσυντηρητικοί και νεοσυντηρητικοί είναι υποστηρικτές του κοινωνικού συντηρητισμού: αντίθετοι στον γάμο ομοφυλοφίλων, στις αμβλώσεις και στην νομιμοποίηση των ναρκωτικών. Ωστόσο οι νεοσυντηρητικοί υποστηρίζουν την λήψη μέτρων σε ομοσπονδιακό επίπεδο, ενώ οι παλαιοσυντηρητικοί προτιμούν τα κοινωνικά θέματα να επιλυθούν από την κάθε πολιτεία ξεχωριστά.

    * Εθνική καταγωγή και Θρησκεία: Οι περισσότεροι νεοσυντηρητικοί είναι είτε Αμερικανοεβραίοι, είτε Ευαγγελικοί Προτεστάντες. Αρκετοί είναι υποστηρικτές του Χριστιανικού Σιωνισμού, μίας μεσσιανικής θρησκευτικής κίνησης που υποστηρίζει την δημιουργία του κράτους του Ισραήλ ως προϋπόθεσης για την Δευτέρα Παρουσία. Οι περισσότεροι παλαιοσυντηρητικοί είναι είτε Αγγλικανοί Προτεστάντες, είτε Καθολικοί, επηρεασμένοι από τις απόψεις Βρετανών καθολικών διανοούμενων των αρχών του 20ου αιώνα, όπως ο Γκ. Κ. Τσέστερτον και ο Ιλαίρ Μπέλοκ.

    Η πρώτη σύγκρουση νεοσυντηρητικών και παλαιοσυντηρητικών ήταν το μπλοκάρισμα από τους νεοσυντηρητικούς του διορισμού του Μελ Μπράντφορντ στο «Παιδαγωγικό Ινστιτούτο» (National Endowment for the Humanities) το 1981, επειδή είχε εκφράσει αρνητικές απόψεις για τον ιστορικό ρόλο του Αβραάμ Λίνκολν. Στην συνέχεια ακολούθησαν οι εκδιώξεις παλιοσυντηρητικών διανοούμενων (Μακ Κόνελ, Σάμιουελ Φράνσις, Τζόζεφ Σομπράν) από τα περιοδικά και τις εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας που εργάζονταν με τις κατηγορίες του «αντισημιτισμού» και του «ρατσισμού». Στην πραγματικότητα είχαν απλώς ασκήσει κριτική στην άνευ όρων υποστήριξη του Ισραήλ ή στην ανεξέλεγκτη μεταναστευτική πολιτική, αλλά η αλήθεια δεν είχε σημασία για το επαγγελματικό μέλλον τους. Η ήττα του Πάτρικ Μπιουκάναν στις εκλογές για το χρίσμα των Ρεπουμπλικάνων το 1992 και το 1996 επισφράγισε την περιθωριοποίηση των παλαιοσυντηρητικών στο εσωτερικό των Ρεπουμπλικάνων. Η εσωκομματική νίκη των νεοσυντηρητικών οφειλόταν κυρίως στους ισχυρούς συμμάχους που βρήκαν στο στρατιωτικό κατεστημένο (το οποίο δεν ήθελε την συρρίκνωση των αμυντικών δαπανών μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου) και στις μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις (οι οποίες επεδίωκαν την «αξιοποίηση» του φθηνού εργατικού δυναμικού του Τρίτου Κόσμου στις γραμμές παραγωγής τους).

    Οι παλαιοσυντηρητικοί ηττήθηκαν την δεκαετία του ‘90 ως πολιτική ομάδα, αλλά οι ιδέες τους έχουν επηρεάσει αρκετές κινήσεις στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Η ισχυρή «αντιπολεμική» υποψηφιότητα του Ρον Πωλ για το χρίσμα των Ρεπουμπλικάνων το 2008 και το 2012 έδειξε πως υπάρχει σημαντική μερίδα του κόμματος που δεν συμφωνεί με τις επιλογές των νεοσυντηρητικών στην εξωτερική πολιτική. Αλλά και το Κίνημα του Τσαγιού (Tea Party) κατά της υπερφορολόγησης έχει αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με την οικονομική πολιτική των παλαιοσυντηρητικών. Οι ιδεολογικές συγκρούσεις εντός του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος συνεχίζονται και η κυριαρχία των νεοσυντηρητικών αμφισβητείται, καθώς οι «λογαριασμοί» των υπερπόντιων πολέμων και της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης έρχονται στον «πελάτη», τους Αμερικανούς πολίτες. Το τοπίο στην αμερικανική Δεξιά είναι πολυσύνθετο και οι πολιτικές εξελίξεις τα επόμενα χρόνια ίσως να εκπλήξουν τους αγνοούντες την αμερικανική πραγματικότητα.

    Κατηγορία: