Ο «Γκατίκα» και ο Περόν στο 57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

  • Δημοσιεύτηκε: 13 Νοέμβριος 2016

    Προβλήθηκε στις 6 Νοεμβρίου στο 57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ο «Γκατίκα, ο πίθηκος» ως μέρος του ειδικού αφιερώματος του Λεονάρδο Φάβιο. Ο Φάβιο υπήρξε ο σημαντικότερος σκηνοθέτης της Αργεντινής και αναπόσπαστο μέρος της λαϊκής κουλτούρας της χώρας του πατρίδος του, όχι μόνο με τις ταινίες του αλλά και τα τραγούδια του. Οι δύο πρώτες του ταινίες «Το χρονικό ενός μοναχικού παιδιού» και «Το ρομάντζο του Ανισέτο και της Φρανσέσκα» (μέρος επίσης του αφιερώματος) έχουν δημιουργήσει ανταγωνισμό ανάμεσα στους κριτικούς για το ποια από τις δύο είναι η καλύτερη αργεντίνικη ταινία όλων των εποχών. Πολιτικά υπήρξε φανατικά Περονιστής και αφιέρωσε στον Μοντονέρο (Περονιστή της Αριστεράς) πρόεδρο Εκτόρ Καμπόρα το έργο ζωής του «Περόν: Συμφωνία συναισθημάτων», ένα 5ωρο ντοκιμαντέρ που προβλήθηκε τελικά στην αργεντίνικη τηλεόραση.

    Το «Γκατίκα, ο πίθηκος» καλύπτει την άνοδο και την πτώση του πρωτοπυγμάχου Χοσέ Μαρία Γκατίκα, από την άνοδο του ως έφηβος πυγμάχος την δεκαετία του ‘30 έως τον τραγικό του θάνατο του το 1963. Μεγάλωσε μέσα στην φτώχια, αλλά έγινε διάσημος για το επιθετικό σαν καταιγίδα στυλ του που τον μετέτρεψε στο μεγαλύτερο θρύλο της πυγμαχίας της αργεντίνικης πυγμαχίας στην δεκαετία του ‘40 και αρχών του ‘50. Ο Χουάν Περόν, ο οποίος λάτρευε την πυγμαχία, ήταν πάντα πρώτη θέση μαζί με την γυναίκα του Εβίτα.

    Η ταινία, το αργεντίνικο αντίστοιχο του «Οργισμένου Ειδώλου» του Σκορτσέζε για τον Μόττα, δείχνει ένα όχι πάντα συμπαθή χαρακτήρα που κυκλοφορεί ντυμένος στην τρίχα τις ομορφότερες γυναίκες, στις οποίες ουδέποτε παραμένει πιστός. Είναι ένας δανδής, ο οποίος απεχθάνεται να τον αποκαλούν με το παρατσούκλι του «Πίθηκο», αλλά επιμένει να τον αποκαλούν κύριο Γκατίκα. Ο Φάβιο δείχνει φοβερές σκηνές στα καλύτερα κλαμπ της χώρας, βουτηγμένα σε παλ χρώματα όπου επικρατούν το μάμπο της εποχής και το ταγκό του «βασιλιά» Γκαρντέλ, με τον οποίο συγκρίνεται και παραπέμπει και η δημοτικότητα του. Αυτός ο χαρακτήρας καταστρέφεται σιγά-σιγά από το ποτό και την αλαζονεία του, αλλά μας παραμένει αγαπητός και ενδιαφέρων μέχρι το τέλος.

    Όλη η ταινία πέφτει στους ώμους του Εντγκάρδο Νιέβα, που, παρόλο που δεν φτάνει τον Ντε Νίρο ή τον Πατσίνο, είναι πολύ κοντά στην τελειότητα. Ένα χαρακτηριστικό της είναι ότι ουδέποτε δείχνει ολόκληρο το ματς πυγμαχίας, αλλά μόνο το κτύπημα στο πρόσωπο. Ειδικά σε κάποια στιγμή, το στυλ του Φάβιο θυμίζει αγιογραφίες ή πίνακες του Μπος ή του Φράνσις Μπέικον, ενώ οι σκηνές στην αρχή της ταινίας με τον κόσμο της φτώχιας και της πορνείας παραπέμπει στον Φελίνι.

    Επίσης είναι ένας ύμνος σε ένα φοβερό ταλέντο που ανεβαίνει στην κορυφή για να τσακιστεί και να ξανασηκωθεί. Η μεγάλη σκηνή είναι όταν ο Περόν τον βοηθά να πάει στην Αμερική για να παλέψει με τον Αφροαμερικανό Άικ Γουίλλιαμς, αλλά νικάται με νοκ άουτ στον πρώτο γύρο. Αυτό εκνευρίζει τον Περόν, αλλά και τον κόσμο που τον έχει για είδωλο. Όμως εκείνος επιστρέφει στο γυμναστήριο για να ανέβει πάλι τα σκαλιά της δόξας, όχι όμως για πολύ. Η ταινία όμως είναι μια ταινία για την φιλία ανάμεσα στον Γκατίκα και τον φίλο του τον «Ρώσο», που ενώ ο δεύτερος τον στηρίζει για δεκαετίες ο πυγμάχος δεν του φέρεται πάντα καλά. Όταν εκείνος επιμένει να δίνει αυτοκαταστροφικούς αγώνες, ο Ρώσος τον εγκαταλείπει για πάντα.

    Εκείνο όμως που μας ενδιαφέρει από πολιτική άποψη είναι η λατρεία που έχει ο Λεονάρντο Φάβιο για το εθνικό και λαϊκό κίνημα του Περονισμού, του οποίου την άνοδο δείχνει σε παραλληλία με την άνοδο του Γκατίκα. Ο Φάβιο δείχνει επίκαιρα της εποχής για την γέννηση του Περονισμού στις 17 Οκτωβρίου 1945, όταν 1 εκατομμύριο εργάτες διαδήλωναν υπέρ της απελευθέρωσης του συνταγματάρχη Περόν. Δείχνει επίσης την κυριαρχία της Εβίτα Περόν και τους αγώνες για τα δικαιώματα των γυναικών και των «ντεκαμισάδος».

    Η δημοτικότητα του Γκατίκα είναι εκείνη του λαϊκού ειδώλου, μέλος της εργατικής τάξεως (ντεκαμισάδος) στην οποία ο Περόν έδωσε την αξιοπρέπεια. Είναι ο εκπρόσωπος της λαϊκής τάξης που διαλύεται, αλλά δεν νικάται. Αυτός τον λαϊκό ήρωα της εργατικής τάξης και τον Περονισμό, ο λαός τον θεωρεί ένα. «Ο Πίθηκος και Ο Περόν / μαζί σαν μια γροθιά» έλεγε ένα τραγούδι της εποχής. Ενώ ο Γκατίκα που ήταν περονιστής, δηλώνει στην ταινία «Άκου το λιοντάρι που βρυχάται, Στρατηγέ μου» λέει στα σχοινιά στρεφόμενος στον Περόν. Η καλύτερη δε σκηνή του έργου είναι όταν ο Γκατίκα επισκέπτεται την ετοιμοθάνατη Εβίτα, μια σκηνή που δίνεται σε μελοδραματικό τόνο.

    Το 1956 ο Περόν ανατρέπεται και το στρατιωτικό καθεστώς πυροβολεί τους Περονιστές στην Πλατεία του Μάη στο Μπουένος Άιρες. Ο Φάβιο δείχνει ότι η καριέρα του Γκατίκα καταστρέφεται λόγω της πίστης του στον Περονισμό. Σε μια σκηνή ο Νιέβα φωνάζει σε κάποια στιγμή «Ζήτω ο Περόν, γαμώτο». Από εκεί και πέρα ο Γκατίκα παραμένει άνεργος και καταλήγει στο διάσημο εστιατόριο του αντίπαλου του Αλφρέντο Πράδα ως διασημότητα που υποδέχεται τους πελάτες.

    Γενικά μια ταινία που δείχνει το στυλ του Φάβιο στις καλύτερες στιγμές του και που ήταν υποψήφιο για Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας. Επίσης ιδανικός συνδυασμός λαϊκής κουλτούρας και εθνικολαϊκής πολιτικής σε μια ταινία που ήρθε η ώρα να ανακαλυφθεί και από τους Έλληνες.

    Κατηγορία: