Προς την αποτυχία του Μάαστριχτ

  • Δημοσιεύτηκε: 10 Νοέμβριος 2014

    Από την 1η Νοεμβρίου του 1993, η Ευρώπη εισήλθε στην εποχή του Μάαστριχτ, αφού και η τελευταία των 12 χωρών επικύρωσε την ιδρυτική συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Η πορεία της επικυρώσεως, μακρά και επίπονη, που διήρκεσε όχι λιγότερο από 20 μήνες, έδειξε ότι οι κυβερνήσεις, όπως και οι λαοί, δεν ήταν και τόσο ενθουσιασμένοι. Η Ευρώπη είχε πολλά υποσχεθεί. Γελοιοποιήθηκε στην Γιουγκοσλαβία, κουρελιάστηκε στις αγροτικές και εμπορικές διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ, αδυνατεί να φθάσει σε συμφωνία για την κοινωνική πολιτική, η καινοτομία και το πνεύμα κατακτήσεως έχουν διαφύγει προς τις ακτές του Ειρηνικού, η δημογραφία ευρίσκεται σε ελεύθερη πτώση, η εισβολή από τους πληθυσμούς του τρίτου κόσμου συνεχίζεται.

    Ο απολογισμός είναι βαρύς: 20 εκατομμύρια μεταναστών και προσφύγων, 20 εκατομμύρια ανέργων, 51 εκατομμύρια Ευρωπαίων κάτω από το ελάχιστο όριο της φτώχιας, 5 εκατομμύρια αστέγων. Στην Γαλλία η ανάκαμψη δεν έφθασε στο ραντεβού της ή έφθασε, αλλά με τόσο χαμηλούς ρυθμούς (+1,6% το 1994), που οι άνεργοι (το 12,7% του ενεργού πληθυσμού) ούτε καν το αντελήφθησαν. Γιʼ αυτήν, η ιερά και απαραβίαστος προσήλωση στην Ευρώπη είναι μία καταστροφή. Οι αμερικανικές επιχειρήσεις το 1993 δημιούργησαν 1,7 εκατομμύρια θέσεις εργασίας και για το 1994 ο αριθμός θα είναι 3,1 εκατομμύρια. Σε 15 μήνες, (1993-1994), η Αγγλία έριξε τον αριθμό των ανέργων της (-250.000), όταν η Γαλλία τον αύξησε (+350.000). Στην Γερμανία, όπως και στην Ιταλία, η ανεργία είτε πέφτει, είτε παραμένει σταθερή. Μόνο μια εντατική αντιμετώπιση της ανεργίας επέτρεψε μια κάποια σταθεροποίηση στην χώρα μας.

    Η Γαλλία στην ουσία δέσμια του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος, απεγνωσμένα κρεμασμένη από το μάρκο, είναι υποχρεωμένη να απαντά στο παγκόσμιο νομισματικό ντάμπινγκ με μια πολιτική ανταγωνιστικών απολύσεων μέσα σε ένα συγκεκριμένο δυσμενές περιβάλλον: την ακαμψία της αγοράς της εργασίας. Έτσι η χώρα μας, μέχρι το λαιμό χωμένη στις ξεπερασμένες πολιτικές και οικονομικές της βεβαιότητες, θα είναι η τελευταία εκβιομηχανισμένη χώρα που θα βγει από τη κρίση; Και με ποιο τίμημα; Όσον αφορά την πολιτική του εσωτερικού ανταγωνισμού, αυτή συγκρούεται με την ίδια της την λογική: οι επιχειρήσεις ήδη μεταφέρουν την έδρα τους εντός της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, για να τύχουν φορολογικών ή κοινωνικών πλεονεκτημάτων.

    Οι κυβερνήσεις δίνουν την εντύπωση ότι δεν εξουσιάζουν πλέον τίποτα και υπεράνω όλων όχι το τέρας που είχαν αρχίσει να δημιουργούν με την Ενιαία Πράξη και την οποία με μεγάλη υπερηφάνεια γέννησαν στο Μάαστριχτ. Οι διατάξεις της συνθήκης του Μάαστριχτ ρίχνουν όλο το βάρος των περιορισμών στην εσωτερική ζήτηση, αναγκάζοντας τις επιχειρήσεις όλο και περισσότερο να προσανατολίζουν την παραγωγή τους προς την κατάκτηση εξωτερικών αγορών, με τίμημα έναν αγώνα ταχύτητας προς την παραγωγικότητα, του οποίου οι συνέπειες είναι καταστρεπτικές για την απασχόληση και το κόστος των μισθών. Την στιγμή που η οικονομική κατάσταση θα δικαιολογούσε κάποια περιθώρια ελιγμών πιο σημαντικών, αυτοί επιβάλλουν οικονομικούς περιορισμούς που εμφανίζονται όλο και πιο δυσβάστακτοι: δημόσιο χρέος, μειωμένο έλλειμμα του προϋπολογισμού, πληθωρισμός χαμηλός.

    Μπορεί να αναρωτηθεί κανείς τι θα γίνει εφεξής, με το σύστημα του Μάαστριχτ, βασισμένο σε μία ελπίδα συγκλίσεως των οικονομιών, όταν είναι γνωστό ότι οι οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές αποκλίσεις μεταξύ των διαφόρων χωρών δεν κάνουν άλλο από το να αυξάνονται; Η ομοσπονδία έζησε προτού καλά-καλά γεννηθεί. Το να γαντζωθεί κανείς στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως ορίστηκε από το Μάαστριχτ, θα αποτελούσε πράξη αυτοκτονίας για όλες τις χώρες της Ευρώπης. Διότι η συνθήκη δεν θα μπορεί ίσως να εφαρμοσθεί, εκτός αν η Ευρώπη θα μεταμορφωνόταν σε μία αληθινή ομοσπονδία με συγκεντρωτική εξουσία - ένα υπερκράτος στα χέρια των ευρωκρατών μίας Κομισιόν των Βρυξελλών που, χωρίς εκλογές, έγινε η πραγματική της κυβέρνηση.

    Η αντιπαράθεση λοιπόν δεν είναι πλέον μεταξύ των οπαδών της ομοσπονδίας και αυτών της συνομοσπονδίας. Πρόκειται εις το εξής για μια πραγματική αντίθεση μεταξύ των υποστηρικτών των ελευθέρων συναλλαγών σε παγκόσμιο επίπεδο και των υπέρμαχων μιας Ευρώπης ευρωπαϊκής, μεταξύ των υπηρετών των Ηνωμένων Πολιτειών και εκείνων που ονειρεύονται μια Ευρώπη δυνάμεως: πολιτικής, οικονομικής και εμπορικής. Γνωρίζουμε ότι έχουμε δίκιο να θέλουμε μια νέα Ευρώπη, όταν η τάξη των Ευρωπαίων πολιτικών δεν έχει ακόμα το θάρρος να αναγνωρίσει ότι έσφαλε και ότι, αν η Ευρώπη μπορεί ακόμα να υπάρξει και να οικοδομηθεί, αυτό πρέπει να γίνει επί άλλων βάσεων, άλλων αρχών και κυρίως επί άλλων ανδρών.

    Πρέπει να κάνουμε γρήγορα. Δεσμεύοντας τα κράτη σε μία λογική ομοσπονδίας, προσδίδουμε στο Μάαστριχτ ένα δυναμισμό που θα είναι δύσκολο να αναχαιτισθεί. Βεβαίως, τίποτα δεν είναι αμετάκλητο και ένα κράτος μπορεί ακόμα να βγει από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όμως η εφαρμογή αυτής της συνθήκης κινδυνεύει να συνεπιφέρει τέτοιες αλλαγές δομών και μεταβιβάσεις εξουσίας, που μία επιστροφή προς τα πίσω να είναι πολύ δύσκολη ή και αδύνατη, τόσο στο οικονομικό όσο και στο πολιτικό επίπεδο. Για να γίνει αυτό, πρέπει επειγόντως να βγούμε από αυτή την Ευρώπη και να οικοδομήσουμε πρώτα την Γαλλία πρώτα για τους Γάλλους. Ας μην φοβόμαστε να καταστρέψουμε αυτή την αποτρόπαια Ευρώπη.

    Εν πάση περιπτώσει, αν δεν γνωρίζουμε ή αν δεν μπορούμε εγκαίρως να οικοδομήσουμε μια μεγάλη ευρωπαϊκή συνομοσπονδία των πατρίδων και των λαών, ας σώσουμε τουλάχιστον τη χώρα μας: την Γαλλία. Θα δώσει το παράδειγμα της ανανεώσεως και θα σώσει την Ευρώπη. Έτσι αύριο, όταν τα έθνη υπερήφανα για τον εαυτό τους, θα επιβεβαιωθούν εκ νέου, έτσι όπως ανέκαθεν υπήρξαν, όταν οι λαοί θα έχουν ξαναβρεί την ταυτότητά τους και θα έχουν σώσε την γλώσσα τους, όταν θα έχουν αρνηθεί το παγκόσμιο μπαστάρδεμα της αμερικανικής υποκουλτούρας, όταν θα γνωρίζουν ποιοι είναι, από πού έρχονται και αυτό που τους εξουσιάζει, όταν θα έχουν ξαναβρεί τις πνευματικές, θρησκευτικές και ιερές καταβολές τους, αυτές που έκαναν το μεγαλείο της αρχαίας Ρώμης, αυτές που απετέλεσαν την ενότητά τους στον Μεσαίωνα μέσα στον ρωμαϊκό καθολικισμό, τότε θα μπορέσουν να ενωθούν υπό κοινές αξίες για να λάμψει ακόμα μία φορά ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, αυτός μίας Ευρώπης της δυνάμεως και του μέλλοντος.


    Το άρθρο μεταφράστηκε από τον Γιάννη Νικολόπουλο και δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του Εθνικού Μετώπου.
    Κατηγορία: