Προς την Ρωσία χωρίς αγάπη

  • Δημοσιεύτηκε: 21 Μάρτιος 2008

    Οι πρόσφατες αντι-αμερικανικές δηλώσεις του προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν και άλλων Ρώσων αξιωματούχων έφεραν στο προσκήνιο την πιθανότητα ενός νέου Ψυχρού Πολέμου των ΗΠΑ με την Ρωσία. Οι ρωσο-αμερικανικές σχέσεις βρίσκονται σήμερα στο χειρότερο επίπεδο μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991. Μία ιστορική αναδρομή είναι απαραίτητη για να κατανοήσουμε την σημερινή πραγματικότητα.

    Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης εκμεταλλεύθηκαν την χαλάρωση του Σοβιετικού ελέγχου υπό τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και απελευθερώθηκαν από την Σοβιετική κυριαρχία. Το 1991 η Σοβιετική Ένωση κατέρρευσε και η Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών σχηματίστηκε στην θέση της. Οι μαζικές ιδιωτικοποιήσεις στις οποίες προχώρησε ο Ρώσος πρόεδρος Μπόρις Γιέλτσιν παρακινήθηκαν και υποστηρίχθηκαν από τις αμερικανικές κυβερνήσεις του Τζορτζ Μπους του πρεσβύτερου και του Μπιλ Κλίντον, και από Αμερικανούς οικονομολόγους και επιχειρήσεις. Ωστόσο οι μεταρρυθμίσεις, πιο γνωστές ως «θεραπεία-σοκ», οδήγησαν σε μεγάλη οικονομική κρίση, στην εκτόξευση της φτώχειας και την άνοδο διεφθαρμένων «ολιγαρχών» που συγκέντρωσαν δύναμη και τρομερό πλούτο αφού πρώτα ήλεγξαν τις πρώην κρατικές βιομηχανίες. Η δημόσια τάξη και ασφάλεια επιδεινώθηκαν επικίνδυνα. Εν τω μεταξύ η Ρωσία παρακολούθησε ως θεατής και δεν επεχείρησε να εμποδίσει τις στρατιωτικές επεμβάσεις των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στην Βοσνία και το Κοσσυφοπέδιο.

    Κατά τις προεδρίες του Βλαντιμίρ Πούτιν και του Τζορτζ Μπους του νεώτερου, οι ΗΠΑ και η Ρωσία άρχισαν να έχουν πιο σοβαρές διαφωνίες. Η Ρωσία έγινε πιο δυναμική στις διεθνείς υποθέσεις, ενώ οι ΗΠΑ ακολούθησαν μία όλο και πιο μονομερή πορεία στην εξωτερική της πολιτική, ειδικά κατόπιν των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.

    Το 2002 οι ΗΠΑ αποσύρθηκαν από την αντιβαλλιστική συνθήκη και το 2007 ανακοίνωσαν σχέδια για την ανάπτυξη ενός αντιβαλλιστικού συστήματος πυραύλων στην Πολωνία και την Τσεχία. Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι δηλώνουν ότι το σύστημα αποσκοπεί στην προστασία των ΗΠΑ και της Ευρώπης από πιθανές πυρηνικές πυραυλικές επιθέσεις από το Ιράν ή την Βόρεια Κορέα. Ωστόσο η Ρωσία βλέπει το νέο σύστημα ως απειλή και ο Πούτιν παρομοίασε τα σχέδια των ΗΠΑ με την ανάπτυξη πυραύλων από την Σοβιετική Ένωση στην Κούβα κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

    Παράλληλα οι ΗΠΑ παρενέβησαν στον ζωτικό, για την Ρωσία, χώρο των πρώην Σοβιετικών δημοκρατιών. Υποστήριξαν τις «έγχρωμες» λαϊκές επαναστάσεις που έφεραν στην εξουσία φιλο-αμερικανικά καθεστώτα: την «επανάσταση των ρόδων» του Μιχαήλ Σαακασβίλι το 2003 στην Γεωργία, την «πορτοκαλί επανάσταση» του Βίκτορα Γιουσένκο το 2004 στην Ουκρανία και την λιγότερο γνωστή «επανάσταση των τουλιπών» του Κουρμπανμπέκ Μπακίγιεβ το 2005 στο Κιργιζιστάν. Εν συνεχεία άρχισαν να υποστηρίζουν την Γεωργία στην διαμάχη της με τις υποστηριζόμενες από την Ρωσία αποσχισθείσες περιοχές, ενώ ανακοίνωσαν σχέδια για την ένταξη της Γεωργίας και της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ. Σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, οι ΗΠΑ και άλλες δυτικές χώρες άρχισαν να εκφράζουν δυσαρέσκεια για την εσωτερική διακυβέρνηση του Πούτιν, κατηγορώντας την για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τσετσενία, περιορισμούς στην ελευθερία λόγου, υποτιθέμενες δολοφονίες πολιτικών αντιπάλων και επιθέσεις σε δημοσιογράφους .

    Λογικά η εχθρότητα των ΗΠΑ προς την Ρωσία θα έπρεπε να έχει σε μεγάλο βαθμό παύσει, αν λάβουμε υπόψη και τις πρόσφατες εξελίξεις σε άλλα μέτωπα των ΗΠΑ. Η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου, όταν η εγκληματική απειλή του ισλαμικού εξτρεμισμού αποκαλύφθηκε πλήρως, θα έπρεπε να έχει οδηγήσει τις ΗΠΑ σε επαναπροσδιορισμό της συμπεριφοράς τους έναντι της Ρωσίας. Στο κάτω-κάτω και η Ρωσία έχει υποφέρει φοβερά από την ισλαμική τρομοκρατία. Επίσης όταν έγινε αντιληπτό το μέγεθος του προβλήματος των ΗΠΑ στο Ιράκ, οι σχεδιαστές της πολιτικής των ΗΠΑ θα έπρεπε να έχουν μειώσει τις στρατιωτικές δεσμεύσεις της χώρας του αλλού, ειδικά αν ληφθεί υπόψη και η άνοδος της στρατιωτικής ισχύος της Κίνας.

    Ωστόσο οι εξελίξεις ακολούθησαν διαφορετική πορεία. Η εχθρότητα κατά της Ρωσίας στην κυβέρνηση Μπους, στο Κογκρέσο και στα αμερικανικά ΜΜΕ μεγάλωσε. Εν μέρει η εξέλιξη αυτή εξηγείται από τον Ψυχρό Πόλεμο, στον οποίον κύριος αντίπαλος των ΗΠΑ ήταν η Σοβιετική Ένωση (όχι η Ρωσία, αλλά πολλοί στην Δύση δεν μπορούν να αντιληφθούν την διαφορά). Προϊόν του Ψυχρού Πολέμου ήταν η ειδική επιρροή που έχουν στην Ουάσινγκτον τα Πολωνικά, Βαλτικά και Ουκρανικά λόμπυ, με εθνικό μίσος κατά της Ρωσίας που προηγείται της υποταγής των χωρών τους στον σοβιετικό κομμουνισμό. Και σε αντίθεση με την περίπτωση της Κίνας, η επιρροή αυτών των λόμπυ δεν εξισορροπείται από επιχειρηματικά λόμπυ με σημαντικές επενδύσεις στην Ρωσία και συνεπώς με σημαντικό ενδιαφέρον για τις καλές ρωσο-αμερικανικές σχέσεις.

    Την κατάσταση επιδεινώνει η ερμηνεία που δίνουν οι Αμερικανοί στην κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και στην ρωσική υποχώρηση από την Ανατολική Ευρώπη ως μία ξεκάθαρη ρωσική ήττα και αμερικανική νίκη, ανάλογη με την αμερικανική νίκη επί της Γερμανίας και της Ιαπωνίας το 1945. Από την πλευρά τους οι Ρώσοι θεωρούσαν πως η υποχώρησή τους έγινε στο πλαίσιο μίας σιωπηλής συμφωνία στην οποία έδωσαν τεράστια εδάφη και επιρροή σε αντάλλαγμα για την συνεργασία και την οικονομική βοήθεια της Δύσεως (η οποία ποτέ δεν έφθασε) και για την συνέχιση της ρωσικής κυριαρχίας στις πρώην δημοκρατίες της Σοβιετικής Ένωσης.

    Ωστόσο η αντιρωσική πολιτική των ΗΠΑ, σε αντίθεση με τον Ψυχρό Πόλεμο, δεν δικαιολογείται πλέον ούτε κατ' ελάχιστον από ζωτικά αμερικανικά συμφέροντα. Στα τέλη της δεκαετίας του 1940, η Σοβιετική Ένωση ήταν επικεφαλής μίας ανατρεπτικής ιδεολογίας που απειλούσε να καταστρέψει την δημοκρατία, την ελευθερία και τον Χριστιανισμό σε όλον τον κόσμο και, κυριαρχώντας στην Δυτική Ευρώπη και την Ανατολική Ασία και ενθαρρύνοντας επαναστάσεις στην Λατινική Αμερική, να περιορίσει τις ΗΠΑ στα σύνορά τους, να τις περικυκλώσει και τελικά να τους προκαλέσει ασφυξία. Σήμερα η Ρωσία δεν έχει κανένα παγκόσμιο σχέδιο ιδεολογικής ή γεωπολιτικής κυριαρχίας, αλλά απλώς θέλει να ασκεί κυρίαρχη επιρροή στα εδάφη της πρώην Σοβιετικής Ενώσεως και της παλαιάς Τσαρικής αυτοκρατορίας.

    Εντός της Ρωσίας η κυβέρνηση Πούτιν έχει την υποστήριξη της μεγάλης πλειοψηφίας των απλών Ρώσων, ενώ οι Ρώσοι φιλοδυτικοί φιλελεύθεροι πολιτικοί υποστηρίζονται από μία μικρή μειοψηφία, κυρίως λόγω της συσχέτισής του με τις καταστροφικές «μεταρρυθμίσεις» της δεκαετίας του 1990. Οι αμερικανικές επιθέσεις στον Πούτιν στο όνομα της δημοκρατίας, αντί να κινητοποιούν εναντίον του δημοκράτες εντός της Ρωσίας, προκαλούν την οργή των απλών Ρώσων κατά των ΗΠΑ. Η κριτική κατά της Ρωσίας για τις δημοκρατικές επιδόσεις της δεν είναι τόσο πειστική όταν προέρχεται από «υπερασπιστές» των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπως ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Ντικ Τσένεϊ ή όταν συνοδεύεται από εναγκαλισμό κακόφημων πρώην Σοβιετικών ηγετών, όπως ο Νουρσουλτάν Ναζαρμπίγιεφ, πρόεδρος του Καζακστάν.

    Η ένταση στις ρωσο-αμερικανικές είναι μάλλον απίθανο να οδηγήσει σε πόλεμο, αλλά οι συνέπειες μπορεί να είναι εξίσου καταστροφικές, ειδικά όσον αφορά τα αμερικανικά συμφέροντα. Η αμοιβαία εχθρότητα μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας αποτελεί σοβαρό αποπροσανατολισμό από τα απείρως πιο σημαντικά και επείγοντα προβλήματα των ΗΠΑ αλλού, όπως το Ιράκ, το Ιράν, η Ισραηλινο-Παλαιστινιακή σύγκρουση, η άνοδος της Κίνας και η μείωση της αμερικανικής επιρροής στην Λατινική Αμερική. Η ένταση θα μπορούσε να οδηγήσει την Ρωσία να υποστηρίξει τον ατομικό πρόγραμμα του Ιράν, να συμμαχήσει με παγκόσμια ενεργειακά καρτέλ για να ασκήσει πιέσεις στην Δύση ή και να ταπεινώσει γεωπολιτικώς την Ουάσινγκτον στον χώρο της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί αν οι ΗΠΑ συμφωνούσαν να υπερασπιστούν την Ουκρανία και την Γεωργία ως μέρος του ΝΑΤΟ και στην συνέχεια αποδεικνύονταν απρόθυμες ή ανίκανες να τις υπερασπιστούν σε περίπτωση επίθεσης της Ρωσίας. Αν και η Ρωσία δεν συγκρίνεται ως παγκόσμια δύναμη με τις ΗΠΑ, το μάθημα του Ιράκ δείχνει πως κάθε δύναμη είναι, σε τελική ανάλυση, τοπική. Η Ρωσία είναι σίγουρα υπερδύναμη όταν πρόκειται για την Ουκρανία, την Λευκορωσία και τον Καύκασο.


    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος 9 (Μάρτιος 2008) του μηνιαίου περιοδικού Patria.
    Κατηγορία: