Πυρκαγιές και κοινωνικά ανακλαστικά | Ελληνικές Γραμμές

    Πυρκαγιές και κοινωνικά ανακλαστικά

  • Δημοσιεύτηκε: 01 Αύγουστος 2018

    Κατά τις 20 Ιανουαρίου του 1947 συνετελέσθη το ναυάγιο του επιβατικού «Χειμάρρα», το οποίο βυθίστηκε στον Ευβοϊκό Κόλπο με τραγικό απολογισμό περίπου 400 νεκρούς. Η τραγικότητα του δυστυχήματος, ωστόσο, δεν έβγαλε στην επιφάνεια συναισθήματα συγκινησιακής ταύτισης, τουναντίον η μνήμη τους σπιλώθηκε εξαιτίας της τεταμένης εμπόλεμης κατάστασης στην οποία βρισκόταν το κοινωνικό περιβάλλον στην Ελλάδα. Έτσι, «κομμουνιστές με κόκκινο καΐκι ευθύνονται», έγραψε στις εφημερίδες ο δεξιός Τύπος, ενώ προβοκάτσια κατήγγειλαν άλλες δυνάμεις. Κανενός είδους κινητοποίηση, κοινωνική ή οικονομική, δεν ανήλθε προς κατασκευή νέων ταυτοτήτων. Και αν το ναυάγιο δεν ήταν «θέλημα Θεού», ήταν μια στιγμή πολιτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα σε δύο στρατόπεδα, αφήνοντας κατά αυτόν τον τρόπο ένα έγκλημα ατιμώρητο και, κυρίως, δίχως διερεύνηση.

    Το 1966, από την άλλη, παρατηρούμε μια έντονη διαφοροποίηση στο πώς αντιμετωπίζανε παρεμφερές περιστατικό εκ μέρους των πολιτών. Η δεκαετία του 1960 είναι αυτή όπου αρθρώνονται τα πρώτα μετα-υλιστικά αιτήματα. Το πέρασμα από μία πολεμική γενιά με αχνές τις μνήμες δύο Παγκοσμίων Πολέμων σε μία νεότερη θα σημάνει μια πορεία ανανέωσης σχετικά με τις απαιτήσεις απέναντι στο κράτος. Τοιουτοτρόπως, η συμπεριφορά της ελληνικής κοινωνίας κατά την διαχείριση του ναυαγίου «Ηράκλειον» (το ναυάγιο της Φαλκονέρας) το 1966 αποτελεί έναν κλασικό δείκτη πολιτικής και κοινωνικής ωρίμανσης εκ μέρους της τελευταίας.

    Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι αναδείχτηκε η νεωτερική ταυτότητα «θύματα», δεν παρέμεινε ανεξιχνίαστο γεγονός, αλλά υπήρξε λαϊκή απαίτηση για απόδοση ευθυνών και δεν παρέμεινε ως συμβάν που ήταν «θέλημα Θεού» και κακοδαιμονία, επιστρατεύτηκαν ειδήμονες και αντιειδήμονες, ανεδείχθησαν οι παρασκηνιακές σχέσεις κράτους και επιχειρηματιών κ.α. Επομένως, λειτούργησε σύσσωμη η κοινή γνώμη πάνω στον άξονα έρευνα - καταγγελία - αιτήματα, αναδεικνύοντας έτσι την κοινωνική απαίτηση για μία στροφή του κρατικού μηχανισμού στην πολιτική προστασία και την αναγωγή του σε εγγυητή της ασφάλειας, επομένως και σε ένα διαφορετικού είδους συμβόλαιο που αναζητεί την επικύρωση του έως τότε μη αυτονόητου χρέους του κράτους απέναντι στον πολίτη.

    Όμως, από παρόμοιους μετρήσιμους δείκτες που προσδιορίζουν τα ανακλαστικά μιας κοινωνίας, αυτή η πορεία δεν είναι σταθερή. Συνοπτικά, αναφέρεται στις δεκαετίες του 1970 και του 1980, χρόνια στρατευτικών και πολωτικών δομημένων συλλογικών ταυτοτήτων, είτε με τους σεισμούς της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας, είτε με τον καύσωνα του 1987 ή με τους νεκρούς της Θύρας 7, ότι δεν παρατηρούνται ανάλογες αντιδράσεις, καθώς οι συλλογικά εξατομικευμένες ταυτότητες υποχωρούν έναντι των πρώτων.

    Τις επόμενες δύο δεκαετίες παρατηρείται ανάκαμψη, η οποία κυρίως υποχωρεί στην περίπτωση των θανατηφόρων πυρκαγιών του Αυγούστου του 2007, για να υποχωρήσει και πάλι φέτος το καλοκαίρι. Οι τραγικές πυρκαγιές έχουν ως αποτέλεσμα πολλά θύματα, αλλά παρά την φιλότιμη προσπάθεια των δημοσιογράφων να καταγράψουν, να κινητοποιήσουν και να παροτρύνουν εμμέσως τους πολίτες να διεκδικήσουν τα συλλογικά τους δικαιώματα παρατηρείται μια παράλυση στις αντιδράσεις των τελευταίων.

    Σε αυτό το κράτος πληρώνει ο πολίτης υπέρογκους φόρους επί φόρων. Η ελάχιστη απαίτηση, λοιπόν, της κοινωνίας των πολιτών πρέπει να είναι η ανταποδοτικότητα αυτών των φόρων. Και ανταποδοτικότητα σημαίνει να κάνει το χρέος του ο κρατικός μηχανισμός εν αναφορά της ασφάλειάς μας, ακόμα και αν οι απειλές είναι «ασύμμετρες». Η μη διεκδίκηση εκ μέρους της κοινωνίας πολιτών της τέλεσης των συμβατικών υποχρεώσεων του κράτους αποτελεί έναν δείκτη μη ωρίμανσής της. Είναι, λοιπόν, μια τραγική συγκυρία αυτή. Αλλά οι πολίτες πρέπει να αναζητήσουν μέχρι τέλους τις ευθύνες.

    Κατηγορία: