Τα γεράκια του Ομπάμα

  • Δημοσιεύτηκε: 30 Απρίλιος 2009

    Η εκλογή του Μπάρακ Ομπάμα ως 44ου Προέδρου των ΗΠΑ χαιρετίστηκε από τους υποστηρικτές του ανά την υφήλιο ως ένα ιστορικό γεγονός. Όχι μόνο επειδή είναι ο πρώτος Αφρο-Αμερικανός Πρόεδρος των ΗΠΑ, αλλά και επειδή ο Ομπάμα είχε υποσχεθεί προεκλογικώς ότι θα ακολουθήσει διαφορετική, πιο μετριοπαθή, πολιτική από τον προκάτοχό του Τζορτζ Μπους σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Όμως αν κρίνουμε από τα πρόσωπα που στελεχώνουν την νέα κυβέρνηση, οι φιλειρηνιστές υποστηρικτές του Ομπάμα θα πρέπει να ετοιμάζονται για μία μεγάλη δυσάρεστη έκπληξη. Οι επιλογές του νέου Προέδρου σε θέσεις-κλειδιά κάθε άλλο παρά μία φιλειρηνική εξωτερική πολιτική προμηνύουν.

    Υπουργός Εξωτερικών στην νέα κυβέρνηση Ομπάμα θα είναι η μέχρι προ ολίγων μηνών αντίπαλή του Χίλαρυ Κλίντον. Η Χίλαρυ ανήκε στην πλειοψηφία των Δημοκρατικών η οποία είχε ψηφίσει υπέρ της απόφασης του Κογκρέσου το 2002 που εξουσιοδοτούσε τον Πρόεδρο Μπους να χρησιμοποιήσει βία κατά του Σαντάμ Χουσεΐν, ανάβοντας το πράσινο φως για την εισβολή στο Ιράκ. Μετά την εισβολή, η Χίλαρυ επισκέφθηκε το Ιράκ και το Αφγανιστάν για να εκφράσει την υποστήριξή της τα αμερικανικά στρατεύματα. Το 2005 πρότεινε νομοθεσία για την αύξηση του αμερικανικού στρατού κατά 80.000 άνδρες, για να αντιμετωπισθούν οι ανάγκες σε προσωπικό που είχαν δημιουργηθεί.

    Κατά την διάρκεια του αγώνα για το χρίσμα του υποψηφίου των Δημοκρατικών η Χίλαρυ είχε σαφώς πιο επιθετικές θέσεις από τον Μπάρακ Ομπάμα και συσπείρωνε γύρω της τους «πατριώτες Δημοκρατικούς». Αν και ήταν υπέρ της μείωσης του αριθμού των αμερικανικών στρατευμάτων στο Ιράκ, υποστήριζε την ανάγκη να παραμείνει μία δύναμη, η οποία θα προστατεύει τα «ζωτικά αμερικανικά συμφέροντα», όπως τον πόλεμο κατά της Αλ-Κάιντα, την προστασία της αμερικανικής πρεσβείας, την εκπαίδευση των Ιρακινών στρατευμάτων, την προστασία των Κούρδων και την αντιμετώπιση της επιρροής του Ιράν. Παράλληλα η Χίλαρυ είναι χωρίς ενδοιασμούς υπέρ του Ισραήλ: υποστήριξε την εισβολή του στο Λίβανο το 2006, την δημιουργία του τείχους που περικλείει την κατεχόμενη Παλαιστίνη, ενώ δεν έχει αποκλείσει την πιθανότητα επίθεσης κατά του Ιράν, αν συνεχίσει το πυρηνικό πρόγραμμά του. Προφανώς οι θέσεις της δεν έχουν μεγάλη διαφορά από την μέχρι σήμερα πολιτική και απομένει να δούμε αν θα τις εφαρμόσει ως ΥΠΕΞ.

    Στο Υπουργείο Αμύνης δεν υπάρχει ανάγκη για αναμονή, καθώς Υπουργός παραμένει ο Ρόμπερτ Γκέιτς από την κυβέρνηση Μπους. Στο θέμα των αμερικανικών στρατευμάτων στο Ιράκ, ο Γκέιτς εξαρτά την αποχώρηση των στρατευμάτων από το Ιράκ από «την επιτυχία της αποστολής τους». Ο Γκέιτς θεωρεί ότι το Αφγανιστάν θα είναι η κύρια στρατιωτική προτεραιότητα της νέας κυβέρνησης, όπως άλλωστε έχει δηλώσει και ο Ομπάμα. Γενικότερα ο Γκέιτς έχει σαφώς «μιλιταριστικές» θέσεις. Έχει προτείνει την αύξηση του αμερικανικού στρατού κατά 92.000 στρατιώτες μέχρι το 2011, η μεγαλύτερη αύξηση από την εποχή του πολέμου στο Βιετνάμ. Ο νέος αμυντικός προϋπολογισμός των ΗΠΑ είναι αυξημένος κατά 11% από αυτόν του προηγούμενου έτους, μία αύξηση που ο Γκέιτς δικαιολόγησε από την αύξηση των αντίστοιχων προϋπολογισμών της Ρωσίας και της Κίνας, τις οποίες θεωρεί στρατηγικούς ανταγωνιστές των ΗΠΑ.

    Νέος προσωπάρχης του Λευκού Οίκου είναι ο εβραϊκής καταγωγής Ραμ Ισραήλ Εμάνουελ. Ο Εμάνουελ όπως φαίνεται και από το μεσαίο όνομα του, έχει ιδιαίτερους δεσμούς με την ομώνυμη χώρα της Μέσης Ανατολής. Ο πατέρας του Βενιαμίν Άουερμπαχ γεννήθηκε στην Ιερουσαλήμ και ήταν μέλος της εξτρεμιστικής οργάνωσης «Ιργκούν» του Μενάχεμ Μπεγκίν, η οποία πραγματοποίησε σειρά τρομοκρατικών ενεργειών, όπως την ανατίναξη του ξενοδοχείου «Βασιλεύς Δαυίδ» στην Ιερουσαλήμ το 1946 και την σφαγή όλων των κατοίκων του αραβικού χωριού Ντέιρ Γιασίν το 1948. Ο αδερφός του Εμάνουελ σκοτώθηκε στον Αραβο-Ισραηλινό πόλεμο του 1948 και προς τιμή του η οικογένεια άλλαξε σε Εμάνουελ το επώνυμό της. Την δεκαετία του 1950 ο Βενιαμίν μετανάστευσε στις ΗΠΑ, όπου παντρεύτηκε μία ομόθρησκή του στο Σικάγο. Στο πρώτο τους παιδί έδωσαν το όνομα Ραμ, προς τιμή ενός μαχητή της εξτρεμιστικής οργάνωσης «Λέχι», η οποία δολοφόνησε στην Ιερουσαλήμ το 1948 τον μεσολαβητή του ΟΗΕ για το Παλαιστινιακό Σουηδό κόμη Μπερναντότε.

    Ο Ραμ Εμάνουελ μεγάλωσε παρακολουθώντας ένα συντηρητικό εβραϊκό σχολείο στο Σικάγο. Η αφοσίωσή του στην νέα πατρίδα του ήταν μάλλον ανύπαρκτη. Το 1967, μόλις 3 ημέρες μετά το ξέσπασμα του «Πολέμου των 6 ημερών», όλη η οικογένεια Εμάνουελ επέστρεψε στο Ισραήλ για να το υποστηρίξει από κοντά. Το 1991, κατά την διάρκεια του πρώτου πολέμου στον Κόλπο, ο Ραμ Εμάνουελ βρέθηκε ως εθελοντής στο Ισραήλ να επισκευάζει τα φρένα των οχημάτων του Ισραηλινού στρατού. Η τοποθέτησή του ως προσωπάρχη του Λευκού Οίκου δείχνει πολλά για την επιρροή του εβραϊκού λόμπυ. Ο πατέρας Βενιαμίν είπε χαρακτηριστικά: «Προφανώς θα επηρεάσει τον νέο Πρόεδρο υπέρ του Ισραήλ. Γιατί να μην το κάνει; Τι είναι; Άραβας;»

    Στους συμβούλους του Ομπάμα σε θέματα εξωτερικής πολιτικής ανήκει και η Μαντλίν Όλμπραϊτ, γνωστή από την θητεία της ως ΥΠΕΞ του Προέδρου Κλίντον, όταν πρωτοστατούσε στους βομβαρδισμούς και την συρρίκνωση της Σερβίας. Η Όλμπραϊτ είναι σύμβουλος του νέου Πρόεδρου σε θέματα εθνικής ασφαλείας. Αμέσως μετά την εκλογή του Ομπάμα, συμμετείχε ως εκπρόσωπός του σε μία σύνοδο των G-20 (αναπτυσσόμενες χώρες). Το νέο της βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα φέρει τον εύγλωττο τίτλο «Υπόμνημα προς τον Πρόεδρο».

    Ρόλο στην κυβέρνηση Ομπάμα έχει και ένα άλλο μέλος της κυβέρνησης Κλίντον, ο Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, πρόσωπο-κλειδί στην απόσχιση του Κοσόβου από την Σερβία. Ο Χόλμπρουκ διορίστηκε ειδικός σύμβουλος του νέου Προέδρου σε θέματα Πακιστάν και Αφγανιστάν. Ο Ομπάμα σκοπεύει να διπλασιάσει τον αριθμό των αμερικανικών στρατευμάτων στο Αφγανιστάν σε 60.000 στους επόμενους 18 μήνες σε μία προσπάθεια να συντρίψει τους ισλαμιστές Ταλιμπάν. Ο Χόλμπρουκ θα συντονίζει αυτή την προσπάθεια σε διπλωματικό επίπεδο.

    Η στελέχωση της κυβέρνησης Ομπάμα δείχνει πως ο νέος Πρόεδρος σκοπεύει να εντείνει τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» που άρχισε ο προκάτοχός του. Η εύγλωττη σιωπή του Μπάρακ Ομπάμα κατά την διάρκεια της εισβολής του Ισραήλ στην Γάζα δείχνει πως η αμερικανική εξωτερική πολιτική έχει συνέχεια και δεν πρόκειται να αλλάξει, παρά τα αντιθέτως αφελώς λεγόμενα από τους εγχώριους διαφημιστές του Ομπάμα.


    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος 16 (Μάρτιος 2009) του διμηνιαίου περιοδικού Patria.
    Κατηγορία: