Το «big deal» των δημοτικών εκλογών

  • Δημοσιεύτηκε: 10 Μάρτιος 2019

    Είναι λογικό, τις 81 ημέρες που απομένουν ως τις εκλογές της 26ης Μαΐου, οι απερχόμενες δημοτικές και περιφερειακές διοικήσεις να προσπαθούν να πείσουν τους πολίτες για την συνέπεια λόγων και έργων τους, και οι υποψήφιοι να προσπαθούν να αποδείξουν το αντίθετο και ότι αυτοί είναι καλύτεροί τους. Είναι αλήθεια ότι ο νέος εκλογικός νόμος, με την απλή αναλογική που προβλέπει, έχει ανοίξει την όρεξη σε πολλούς που, κινούμενοι κατά κανόνα από προσωπική φιλοδοξία, δήλωσαν υποψήφιοι είτε για να παίξουν τα στενά μικροπολιτικά παιχνίδια τους, είτε για να δοκιμάσουν την τύχη τους. Είναι σίγουρα κάτι καινούργιο η διαδικασία αυτή στο πολιτικό σκηνικό της χώρας και είναι φυσιολογικό να θέλει τον χρόνο της για να αξιοποιηθεί σωστά από τους εμπλεκομένους. Και «εμπλεκομένους» εννοώ τόσο τους υποψηφίους και τα πολιτικά κόμματα που καλύπτουν ή υποκινούν πολλούς από αυτούς, όσο και τους ίδιους τους πολίτες.

    Άσχετα με τη σκοπιμότητα της νομοθέτησης της απλής αναλογικής στην ανάδειξη των αυτοδιοικητικών αρχών, η οποία υποτίθεται πως μπορεί να προαγάγει τον πολιτικό πολιτισμό που έχει ανάγκη η πατρίδα μας περισσότερο από κάθε άλλη φορά, ο πολίτης θα πρέπει να θέσει ιδιαίτερα κριτήρια στην τελική επιλογή του, ώστε να συνεισφέρει αποφασιστικά στην εξυγίανση της πολιτικής ζωής της χώρας, ξεκινώντας από το κύτταρο της δημοκρατίας, που είναι ο δήμος. Είναι λογικό η καθημερινότητά του να αποτελεί το βασικό κριτήριο για την επιλογή του. Όμως, προτάσεις, μελέτες, μεγαλόστομες υποσχέσεις και λύσεις θα προτείνουν όλοι. Αυτό που θα πρέπει, βεβαίως, να εξεταστεί είναι πώς θα γίνουν όλα αυτά, κάτω από ποιο πρίσμα, με ποια κριτήρια, αλλά και ποιες επιδιώξεις κρύβονται πίσω από το προσκήνιο.

    Ίσως όλα αυτά να είναι δύσκολο να διερευνηθούν και ακόμη πιο δύσκολο να αποδειχθούν. Η πολιτική και η κοινωνική παρουσία, όμως, των υποψηφίων τις περισσότερες φορές μιλούν από μόνες τους: υποψήφιοι «χρισμένοι» από κόμματα που οδήγησαν στην καταστροφή τη χώρα (και συνεχίζουν στην ίδια πορεία, χωρίς διάθεση αυτοκριτικής), στελέχη των κομμάτων αυτών που έφτασαν σε υψηλά κλιμάκια (κοινοβουλευτικά, κυβερνητικά ή κομματικά), άνθρωποι που στο βιογραφικό τους ψάχνει κανείς μάταια να βρει πότε και πού εργάστηκαν παραγωγικά και όχι ως κηφήνες με αργομισθίες και θέσεις «συμβούλων», κρατικοδίαιτοι επιχειρηματίες που αποφάσισαν να μας «σώσουν» όταν κάποιοι, που ήταν για χρόνια στο payroll τους, αποδείχθηκαν ανίκανοι να υπερασπίσουν τα οικονομικά συμφέροντά τους, αστέρες του καλλιτεχνικού και του αθλητικού χώρου που θεωρούν (οι ίδιοι ή κάποιοι πάτρωνές τους) ότι η ικανότητά τους στον χώρο του θεάματος είναι κατ’ ανάγκην ισοδύναμη με αυτήν της πολιτικής, κ.λπ., αποτελούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις έναντι των οποίων ο πολίτης πρέπει να στέκεται επιφυλακτικά έως αρνητικά.

    Η ωριμότητα της επιλογής των πολιτών θα αποτυπωθεί με την πολιτική καταδίκη όλων των παραπάνω περιπτώσεων, μαζί με αυτήν των καιροσκόπων και τυχοδιωκτών που «είδαν φως και μπήκαν». Η εκλογική διαδικασία της 26ης Μαΐου είναι μια πολύ μεγάλη ευκαιρία που δίνεται στους πολίτες να αναδείξουν νέες εκπροσωπήσεις, οι οποίες θα προέρχονται από τα σπλάχνα της κοινωνίας και όχι από ένα αποστειρωμένο πολιτικό περιβάλλον των ελίτ που κατέστρεψαν την χώρα. Από τους χώρους της εργασίας και όχι της παρασιτικής επιβίωσης σε βάρος του λαού και της πατρίδας.

    Δεν θα πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι, επί ένα και πλέον έτος, ο ελληνικός λαός ήταν (και παραμένει σε μεγάλο βαθμό) στους δρόμους, υπερασπιζόμενος την Ιστορία του και τα εθνικά δίκαιά του, με αφορμή το Σκοπιανό. Η ανατροπή της ζοφερής κατάστασης που δημιουργήθηκε με την προδοτική Συμφωνία των Πρεσπών μπορεί να ξεκινήσει με την ανάδειξη δημοτικών διοικήσεων που θα την ακυρώσουν εμπράκτως. Οι επικείμενες εκλογές είναι μια πολύ καλή ευκαιρία για την ανάδειξη προσώπων που έχουν αγωνιστεί διαχρονικά προς την κατεύθυνση αυτή.