Το «1922» υπήρξε δημιούργημα οργής - Συνέντευξη του Νίκου Κούνδουρου στο περιοδικό «Patria»

  • Δημοσιεύτηκε: 24 Φεβρουάριος 2017
    Ο σκηνοθέτης Νίκος Κούνδουρος με τον συνεργάτη μας Γιώργο Πισσαλίδη.
    O Νίκος Κούνδουρος φωτογραφίζεται στο «Ζώναρς».
    Ο «Δράκος» του Κούνδουρου κτυπήθηκε ανελέητα από την Αριστερά, πριν ανακηρυχθεί η σημαντικότερη ελληνική ταινία όλων των εποχών.
    Ο Νίκος Κούνδουρος με την Μαργαρίτα Λυμπεράκη, σεναριογράφο της «Μαγικής Πόλης», και τον Μάνο Χατζηδάκη, που έγραψε την μουσική.
    Νίκος Κουδουρος: «Το 1922 ήταν δημιούργημα οργής».

    O Νίκος Κούνδουρος είναι ένας εκ των σημαντικότερων σκηνοθετών του ελληνικού κινηματογράφου. Γεννήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου του 1926 στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης. Για τις ιδέες του βρέθηκε στην Μακρόνησο, αλλά σε αντίθεση με άλλους, ούτε τις εξαργύρωσε, ούτε τις αρνήθηκε για να γίνει γιάπης. Αν και αριστερός, δέχθηκε άγρια επίθεση από την αριστερή κριτική για τις ταινίες «Δράκος» (1956) και «1922» (1978), πριν η πρώτη αναδειχθεί η σημαντικότερη ταινία όλων των εποχών στον ελληνικό κινηματογράφο. Με αφορμή μια προβολή του «1922», βρεθήκαμε στο φιλόξενο σπίτι του στο Μετς να μιλάμε για τις ταινίες του και για την πρόσφατη «περιπέτεια» του με τέσσερεις μετανάστες. Οι απόψεις του σίγουρα θα σοκάρουν τους παλιούς του συντρόφους, αλλά είναι η φωνή ενός αιώνια οργισμένου Έλληνα.

    κ. Κούνδουρε πως αποφασίσατε να κάνετε ταινίες;

    Είχα τελειώσει την Σχολή Καλών Τεχνών. Ήμουν καλός σπουδαστής, με άρεσε αυτό που έκανα. Παιδεύτηκα λίγο και αντί να πάρω το δίπλωμα μου σε τέσσερα χρόνια το πήρα σε έξι ή σε επτά με διακοπές, με φυλακές, με ανωμαλίες, με ότι μπορείς να φανταστείς. Μιλάμε για δύσκολα χρόνια 1940-1950. Και άντε από εδώ, άντε από εκεί, βρίσκομαι στο Μακρονήσι να ξεπληρώσω τις αμαρτίες μου. Μέσα εκεί με άλλες ανατριχίλες και άλλα επινοήματα σαδιστικά, είχαμε δημιουργήσει ένα θέατρο. Όταν αργότερα, μετά από τέσσερα χρόνια καταναγκαστικά έργα βρέθηκα ελεύθερος, είχε αρχίσει να δημιουργείται στο μυαλό μου η ιδέα του θεάτρου και του κινηματογράφου ως μέσο διάδοσης της φωνής μας, των ιδεών μας. Εκεί διαμορφώθηκε η ιδέα να κάνω μία ταινία. Την έκανα, ήταν η «Μαγική Πόλη».

    Πως θα περιγράφατε την «Μαγική Πόλη» σήμερα;

    Ήταν μια παραβολή με την Αθήνα. Γυρίσθηκε στις φτωχογειτονιές του Γουργουτιού. Είχε θέμα ρομαντικό τελείως. Ένας ιδιοκτήτης ενός παλιού σαράβαλου και οι φίλοι του κινδύνευαν από τον αμείλικτο πιστωτή τους να τους πάρουν το αυτοκίνητο. Η περιπέτεια τους, η μάνα του, το κορίτσι του απασχολούσαν ένα μέρος της ταινίας. Το υπόλοιπο είναι ο λαός της περιοχής του, της γειτονιάς του, ο οποίος που δεν ανέχθηκε αυτήν την άσκηση εξουσίας σε ένα δικό τους άνθρωπο. Μαζεύτηκε σε μια σκηνή που είναι το αποκορύφωμα της ταινίας και πλήρωσε και απελευθέρωσε το χρεωμένο αυτοκίνητο από τα γαμψά νύχια της δημοκρατίας.

    Η «Μαγική Πόλη» είχε πρόβλημα με την λογοκρισία;

    Όχι. «Η Μαγική Πόλη» είχε ένα περίεργο πρόβλημα όταν μου ζήτησαν την ταινία από το Φεστιβάλ της Βενετίας σε μια εποχή (σ.σ. το 1954) που δεν υπήρχαν ελληνικές ταινίες. Εγώ την έστειλα, αλλά το Υπουργείο έκανε μία καταγγελία ότι η ταινία δεν εκπροσωπεί την Ελλάδα, ότι αυτό το προλεταριάτο δεν ήταν ελληνικό, ότι αυτός ο λαός δεν ήταν ελληνικός και ζήτησε την απαγόρευση της ταινίας. Δεν έγιναν πιστευτοί οι λόγοι της απαγόρευσης και η ταινία κυκλοφόρησε με πολλές καλές κριτικές.

     

    «Δράκος»: Η σημαντικότερη ελληνική ταινία όλων των εποχών

    Και πως μπήκε στην ζωή σας ο «Δράκος», μια θρυλική σήμερα ταινία;

    Ο «Δράκος» είναι μια ταινία αλληγορική σε σενάριο Ιάκωβου Καμπανέλη. Γυρίσθηκε δύο χρόνια. Άργησε πάρα πολύ γιατί ο πρωταγωνιστής, ο Ντίνος Ηλιόπουλος δούλευε στο θέατρο. Τελείωνε στις 12, 1 η ώρα το βράδυ ξεθεωμένος. Ερχόταν στα γυρίσματα μετά. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε καλή δουλειά. Τελικά κάναμε την δουλειά και ο «Δράκος» έγινε. Στον χώρο του θεάματος, ο «Δράκος» είχε τέλεια αποτυχία στην πρώτη του έκδοση.

    Γιατί συνέβη αυτό;

    Ο κόσμος φώναζε «Τα λεφτά μας πίσω». Η Αριστερά τον κτύπησε άγρια. Έλεγε: «Δεν είναι αυτό το ελληνικό προλεταριάτο. Αυτό είναι διασυρμός. Ο Κούνδουρος δεν ξέρει τι του γίνεται. Η ταινία πρέπει να απαγορευτεί. Πρέπει να επέμβει ο εισαγγελέας». Ένα σωρό ανοησίες αριστερού τύπου. Και απαγορεύτηκε η ταινία. Όχι από την εξουσία, αλλά από το κοινό.

    Ο «Δράκος» έμεινε στην άκρη των πραγμάτων. Τελικά τα τελευταία χρόνια κέρδισε το παραμύθι των Ελλήνων κριτικών, ως η σημαντικότερη ελληνική ταινία όλων των εποχών.

    Με αυτό πρέπει να πήρατε το αίμα σας πίσω.

    Ναι. Την αναδείξανε ως την σημαντικότερη ταινία του ελληνικού κινηματογράφου, αφού πρώτα την είχανε κυριολεκτικά κατασυντρίψει. Θυμάμαι ακόμα την κριτική της «Αυγής». Έλεγε «να παρέμβει ο εισαγγελέας σε αυτήν την αθλιότητα». «Αθλιότητα» ο «Δράκος», ο οποίος επέπρωτο να καταχωρηθεί ως η καλύτερη ταινία της χρονιάς και όλων των εποχών σήμερα.

    Είχατε πει πως είναι μια αλληγορική ταινία. Ποιο είναι το νόημα της;

    Η βάση της ταινίας αυτής ήτανε η ταπείνωση της Ελλάδος μπροστά στην Αμερικανική εξουσία. Τώρα κυκλοφόρησε στην Αμερική ένα βιβλίο (σ.σ. πρόκειται για την «Ελευθερία» (Freedom) του Τζέημς Φρέηνζεν). Εκεί ο συγγραφέας γράφει ότι στα νιάτα του είχε δει μια ελληνική ταινία σε ένα φοιτητικό κινηματογράφο που λεγόταν «Δράκος». Τον είχε εντυπωσιάσει και στριφογύριζε στο μυαλό του χρόνια και τώρα πήρε τους ήρωες της ταινίας και τους έκανε ήρωες στο δικό του μυθιστόρημα. Μεγάλη έκπληξη, μεγάλη χαρά, αν θέλεις.

     

    «1922»: Μια απαγορευμένη ταινία

    Να μιλήσουμε για το «1922»; Πως σκεφθήκατε να γυρίσετε αυτήν την ταινία;

    Είναι περίεργη η ρίζα. Η μητέρα μου είχε μαζέψει στο σπίτι δύο προσφυγοπούλες. Ήταν δύο συγκινητικά άτομα και εγώ αποσπούσα πληροφορίες για την ζωή τους, τον τρόπο που ζούσαν. Και σιγά- σιγά μπήκε μέσα μου ένα ενδιαφέρον, όχι πατριωτικό θα μπορούσα να πω, αλλά για το δράμα του ελληνικού λαού. Και σιγά-σιγά μελετώντας αποφάσισα να κάνω την ταινία. Όπως πάντα μελέτησα την εξουσία, διότι υπήρχε μια πληροφορία ότι ο Παπανδρέου η ο Μεταξάς η ποιος άλλος δεν ξέρω, να πέσει μια σιωπή για το δράμα των 3 εκατομμυρίων προσφύγων, που σφάχτηκαν η εξορίστηκαν τον Αύγουστο του 1922.

    Έψαχνα τα ελληνομικρασιατικά αρχεία. Υπήρχαν δύο ογκώδη βιβλία με θέμα τις μαρτυρίες των προσφύγων. Και αυτά είχαν απαγορευτεί να κυκλοφορήσουν. Και μένα κάθε απαγόρευση γεννά μέσα μου ένα είδος αντίστασης. Όταν ότι αφορά ένα οδυνηρό θέμα ενός λαού απαγορεύεται να κυκλοφορήσει, απαγορεύεται να λεχθεί, λέω «δεν πάει στο διάολο;»

    Από τότε υπήρχε το μικρόβιο της «ελληνοτουρκικής φιλίας»;

    Δεν ξέρω πως το διάολο το επεξεργαζόταν, αλλά το θέμα είναι ότι ξύπνησε μέσα μου ένας θυμός. Και επειδή όλες μου οι ταινίες είναι δημιουργήματα θυμού, λέω «θα το κάνω ταινία». Και έκανα το «1922».

    Που βασίζεται η ταινία;

    Βασίσθηκε κατ' αρχήν στο οδοιπορικό του Ηλία Βενέζη με το ίδιο θέμα (σ.σ. εννοεί το «Νούμερο 31328») από όπου κράτησα όλο το βιβλίο. Εκεί είδα ότι ο Βενέζης μέσα στον καημό του και το λυρικό του μεράκι είχε μια τρυφερότητα και καλά έκανε, στον τρόπο που περιέγραφε την φρίκη. Αλλά τέτοια φρίκη και τρυφερότητα δεν πήγαινε και τόσο καλά. Εξαφάνισα λοιπόν την τρυφερότητα από το βιβλίο και κράτησα την φρίκη.

    Υπάρχει όμως ένας ηρωισμός των Ελλήνων στην ταινία που δεν υπάρχει στο βιβλίο του Βενέζη. Παραδείγματος χάριν στην σκηνή που ο Τούρκος τους λέει ποιος θα πιει από το πηγάδι και τους σκοτώνει έναν-έναν.

    Έχεις δίκιο. Εγώ συμφωνώ μαζί σου. Προσπάθησα με νύξεις, γιατί δεν ήθελα να κάνω μια ηρωική ταινία...

    Γιατί όχι ηρωική;

    Έλα ντε. Γιατί όχι; Δεν φοβήθηκα την λογοκρισία. Την αλήθεια φοβήθηκα. Όταν ξαναδείς την ταινία καμιά φορά θα δεις πως αντιμετωπίζω το «Έλληνας - Τούρκος», το «Τούρκος - Έλληνας» κάθε λίγο. Μπορείς να πεις ότι αντιμετωπίζω τους Τούρκους με γενναιοδωρία.

    Τι εννοείτε;

    Δηλαδή δεν είναι ο καλός και ο κακός. Είναι ο νικητής και ο ηττημένος. Έχει τεράστια διαφορά.

    Πάντως στην ταινία υπάρχουν συγκλονιστικές σκηνές που δείχνετε όλη την σκληρότητα των Τούρκων. Όπως στην σκηνή που ο Τούρκος κόβει τους όρχεις του Έλληνα και φωνάζει «Η Τουρκία στους Τούρκους».

    Το θυμάσαι βλέπω. Δεν ήθελα να το ισοπεδώσω. Αυτή είναι μια σκηνή που επέτρεψα στο σενάριο, όπως και την σκηνή που ο ιππέας σκοτώνει τους Αρμένηδες. Το ίδιο φαίνεται στην νεαρή κοπέλα (ο ρόλος της Ελεωνόρας Σταθοπούλου) και της μαμάς της, αλλά και την Τουρκάλα υπηρέτρια, που τους επιστρέφει την οργή τους καταδίδοντας τον αδελφό της κοπέλας. Υπάρχει μία νύξη συνεχώς. Δεν ήθελα να κάνω μια ταινία ερμαφρόδιτη, και δεν ήταν. Απόδειξη ότι εξόργισε την Αριστερά, η οποία την έβρισε από διακόσιες πλευρές.

    Πως χαρακτήρισε η Αριστερά το «1922»;

    Πρώτα από όλα την κατηγόρησε για σωβινισμό. Για αυτούς ήταν μια ταινία σωβινιστική και δεν επιτρέπεται ένας αριστερός διανοούμενος, δηλαδή εγώ, να έχει αυτήν την θέση.

    Δηλαδή όποιος έχει μια διαφορετική άποψη από την διεθνιστική στάση της Αριστεράς, πρέπει να στήνεται στα τρία μέτρα;

    Είναι αυτή η στείρα αριστερή αντιμετώπιση που επιτίθεται σε ότι δεν βολεύει τα διάφορα ΚΚΕ.

    Θα ήθελα να μου πείτε για την απαγόρευση της ταινίας. Γιατί από ότι ξέρω απαγορεύθηκε και επί ΝΔ και ΠΑΣΟΚ.

    Όχι. Απαγορεύθηκε από την δεξιά κυβέρνηση. Γιατί άμα ήλθε στην εξουσία το ΠΑΣΟΚ, ήταν ο υπουργός ο Καψής και την απελευθερώθηκε.

    Μισό λεπτό. Επί ΠΑΣΟΚ ήταν να προβληθεί αι το «1922» σε ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ στην Ουγγαρία, και την τελευταία στιγμή επεμβαίνει ο Έλληνας πρέσβης και απαγορεύεται η προβολή της ταινίας.

    Μάλιστα.

    Τελικά επεμβαίνει ο Καψής και την απελευθερώνει.

    Όχι. Ο Καψής επεμβαίνει αργότερα. Η ταινία απαγορεύθηκε.

    Δηλαδή απαγορεύθηκε και επί Παπανδρέου;

    Ναι. Απαγορεύθηκε μέσω πρεσβευτών, του Έλληνα πρεσβευτή και του Τούρκου πρεσβευτή.

    Αληθεύει ότι το «1922» έχει απαγορευθεί δια παντός να προβληθεί στην Θράκη;

    Ο Καψής την απελευθέρωσε.

    Εγώ ξέρω ότι απελευθερώθηκε επί Καψή, αλλά έχει απαγορευθεί να προβάλλεται στην Θράκη.

    Α, μπράβο! Έχεις δίκιο σε αυτό. Το είχα ξεχάσει. Απαγορεύθηκε στην Θράκη και όπου υπάρχουν μωαμεθανοί. Η ταινία λευτερώθηκε εκτός από την Θράκη, όπως πολύ σωστά είπες. Πρέπει να σου πω ότι η στάση απέναντι στην ταινία ήταν αρνητική και μόνο με την απαγόρευση έκανε τον κόσμο να έχει θετική στάση. Προβλήθηκε σε 32 κινηματογράφους και όλο κάθε λίγο θα την δεις να παίζεται σε ακριτικά νησιά.

     

    Το βιβλίο της Ρεπούση υπήρξε μία ανατριχιαστική εθνική κακοήθεια

    Θυμάμαι ότι το «Πρώτο Θέμα» διένειμε το «1922» σε μια περίοδο που υπήρχε η διαμάχη για το βιβλίο της Ρεπούση. Εσείς τι γνώμη έχετε για το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ' Δημοτικού, που μιλάει για «συνωστισμό στην Σμύρνη»;

    Είναι μια ανατριχιαστική εθνική κακοήθεια. Άμα το διάβασα, γιατί μου το φέρανε φίλοι και μου είπαν «διάβαστο», έμεινα άναυδος τελείως. Πήγα και είδα την Υπουργό Παιδείας, την Γιαννάκου και της είπα: «Δεν ντρέπεσαι κυρία υπουργίνα; Κράτος είναι αυτό;» Ήμουν άγριος και χυδαίος από την αγανάκτηση μου. «Δεν ντρέπεσαι να ισχυρίζεσαι ότι κάθεσαι στην καρέκλα και διαχειρίζεσαι εξουσία σε βάρος των Ελλήνων;» Μου λέει: «Μα τι είναι αυτά που λέτε;» «Είναι έτσι, όπως το λέω. Ορίστε το βιβλίο». Και της το δίνω. «Πιστεύετε ότι δεν το έχω διαβάσει;» «Όχι, αλλά αν το έχετε διαβάσει είναι ακόμα χειρότερο γιατί είστε κατάπτυστη» «Μα πως μου μιλάτε έτσι» μου κάνει. «Παρόλο που είστε γυναίκα και ως εξ' ορισμού πρέπει να σας σέβομαι, δεν σας σέβομαι καθόλου». Πιστεύω ότι την κυρία Ρεπούση πρέπει να την στείλουν σε καμία βραχονησίδα. Είναι αφάνταστη η χυδαιότητα αυτής της γυναίκας.

    Όλες αυτές τις προσπάθειες για να είμαστε φίλοι με τους Τούρκους, πως τις βλέπετε;

    Αυτή ήταν πάντα μια θέση των Παπανδρέου. Ήταν μέσα στους κανόνες μιας καλής γειτονίας και της Ενωμένης Ευρώπης και του πνεύματος της εποχής. Ευτυχώς δεν έγινε τίποτα από όλα αυτά.

    Είναι η πρώτη φορά που λέω «Μπράβο κύριοι Γερμανοί!» Οι Γερμανοί δεν θέλουν την Τουρκία στην Ευρώπη, και την θέλουμε εμείς. Εμείς είμαστε σφουγγοκωλάριοι. Έτσι συμπεριφερόμαστε, σαν σφουγγοκωλάριοι. Οι Γερμανοί βεβαίως δεν θέλουν την Τουρκία στην Ευρώπη όχι για κανένα πατριωτικό λόγο, αλλά γιατί είναι 70 εκατομμύρια οι Τούρκοι και θα τους καβαλήσουν. Παρόλο που έχει χιλιάδες Τούρκους εργάτες, η Γερμανία έκλεισε τα σύνορα στους Τούρκους.

     

    Όταν μου επιτέθηκαν ένοιωσα ένα μίσος ταξικό, κοινωνικό και εθνικό

    Για πείτε μας για την περιπέτεια που είχατε πριν από λίγους μήνες.

    Μιας και μιλούσαμε για Τούρκους, πρέπει να πούμε για ένα θέμα τεράστιο, που άρχισε πριν από χρόνια. Και αυτό είναι η τελείως ανόητη γενναιοδωρία των Ελλήνων να ανοίξουνε τα σύνορα. Τώρα οι Γάλλοι και οι Γερμανοί τα ανοίξανε, αλλά τώρα τα κλείνουν. Ξέρεις ότι για τους δικούς τους μετανάστες οι Γάλλοι, δηλαδή τους Αλγερινούς και τους Μαροκινούς άνοιξαν τα σύνορα, γιατί ήταν μέρος της Κοινοπολιτείας. Μετά όμως τους μαντρώσανε. Τους είπαν «Στοπ!» Και οι Έλληνες λένε: «Μπάτε σκύλοι, αλέστε!». Εγώ δεν βρίσκω άλλη εξήγηση από την ηλιθιότητα.

    Στο πρόβλημα της μετανάστευσης στάθηκα ενάντιος. Μάλιστα κατηγορήθηκα ότι κάνω φυλετικές διακρίσεις. Ποιος; Εγώ, ένας αριστερός! Αλλά από την πρώτη στιγμή είδα τον κίνδυνο γιατί έχω ζήσει στην Γαλλία, έχω ζήσει στην Ευρώπη έχω καταλάβει ότι όταν λένε ότι υπάρχει κίνδυνος, είναι κίνδυνος πράγματι. Όταν οι Γάλλοι αναγκάσθηκαν να κλείσουν τα σύνορα τους, παρά τις πιέσεις, κάτι μου άφησαν. «Σιγά, παιδιά τους λέω. Δεν αντέχουμε, είμαστε λίγοι, είμαστε πολλοί λίγοι για να ανοίξουμε τα σύνορα». Και όμως τα ανοίξαμε. Έγινε ξέφραγο αμπέλι η Ελλάδα. Δεν μπορούμε καν να τους ταΐσουμε. Στην αρχή κουβαλήθηκαν με φθηνό μεροκάματο στις αγροτικές περιοχές για αγροτικές δουλειές. Είπαν «Εντάξει, είναι μια ανακούφιση στο μάζεμα της ελιάς». Τελικά φτάσαμε στο δικό μου επεισόδιο.

    Πείτε μας, πως έγιναν τα πράγματα;

    Ήταν δύο η ώρα το βράδυ και έβλεπα τηλεόραση και ξαφνικά μπαίνουν μέσα τέσσερεις ξένοι με μάσκες. Χίμηξαν πάνω μου, μου κλείσανε το στόμα με ένα μαξιλάρι. Με έδεσαν με τα καλώδια του τηλεφώνου, με κτύπησαν αμείλικτα, με μίσος ταξικό, κοινωνικό, εθνικό. Κάθε λογής μίσος ήταν πάνω στην κίνηση τους. Εγώ ήμουν σίγουρος ότι η γραμμή ήταν «σκοτώστε τον!» Αλλά δεν με σκότωσαν. Ένα άλλο άνθρωπο, καθηγητή που μένει εδώ κοντά, τον σκότωσαν.

     

    Από το Μνημόνιο στην Γάζα

    Τι άποψη έχετε για το Μνημόνιο;

    Είναι δυνατόν να έχει υπογραφεί το Μνημόνιο, που δεν το έχουν διαβάσει ούτε ένας στους τρεις βουλευτές. Κάτι ξέρουν αυτοί που δεν το υπογράφουν, που έχουν θυμώσει με το Μνημόνιο. Εγώ είμαι μαζί τους. Εγώ πάντα, από τα παιδικά μου ήξερα ότι η οργή είναι μεγάλο κίνητρο. Έβλεπα ότι ο οργισμένος άνθρωπος κάτι διαφεντεύει. Εμένα αυτό το κάτι πάντα με ενδιαφέρει. Αυτό το κάτι ήταν που υπερασπίσθηκα ως δημοκράτης, ως Έλληνας. Πάρτο όπως θέλεις.

    Είσαστε στην «Σπίθα» του Μίκη Θεοδωράκη. Πως τα βλέπετε τα πράγματα εκεί;

    Γενικά μια υπέροχη, μια συναρπαστική κίνηση. Την δύναμη αυτή, δεν την έχει κανένας πολιτικός, μόνο ο Θεοδωράκης. Τώρα όπως πάντα, άρχισαν τα πράγματα να διαλύονται. Βλέπω ότι η «Σπίθα», αυτό το υπέροχο πράγμα, που συνέλαβε ο Θεοδωράκης, είδα να αδειάζει.

    Και μια τελευταία ερώτηση. Τι θέμα έχει η επόμενη ταινία σας;

    Για μια ακόμη φορά πήρα ως κίνητρο την οργή. Αντικείμενο της οργής είναι η Παλαιστίνη και οι Εβραίοι. Αυτό το άδικο που συμβαίνει και το ξέρω από αφηγήσεις φίλων που τα κατάφεραν να βγουν και να διηγούνται. Αυτή η Γάζα, η έρμη και μαρτυρική Γάζα, η προσβολή που έχουν καταδικαστεί οι Παλαιστίνιοι. Η ελευθερία του Ισραήλ να μπορεί να μπαίνει μέσα και να κατεδαφίζει ένα σπίτι με την καταγγελία ότι μέσα υπάρχουν «τρομοκράτες». Αλλά κυρίως η άρνηση των Ευρωπαϊκών κρατών να παρέμβουν. «Γιατί κύριοι; Εγώ βλέπω. Εσείς βλέπετε και παραβλέπετε». Και ξέρετε τι συμβαίνει; Γιατί ο Παπανδρέου κάνει βόλτες με τον Νιετανάχου; Για ποιον λόγο;

    Αυτή την αλλαγή με την οποία, η Ελλάδα πάει με το Ισραήλ, πως την βλέπετε;

    Δεν υπάρχει καμιά αλλαγή. Η Ελλάδα είναι ακόμα με τους Παλαιστινίους. Ο Παπανδρέου έρχεται και φεύγει.


    Η συνέντευξη δόθηκε στον δημοσιογράφο Γιώργο Πισσαλίδη και δημοσιεύθηκε στο τεύχος 29 (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2011) του περιοδικού «Patria».